Ανάλυση της T. Rowe Price Investment Institute, σε συνεργασία με το Johns Hopkins University, εξετάζει πώς οι ξηρασίες, οι πλημμύρες και οι διαταραχές στην παραγωγή τροφίμων και ενέργειας μπορούν να επηρεάσουν την οικονομική ανάπτυξη, τα νομίσματα, τα κρατικά ομόλογα και τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Ένα από τα σημαντικότερα κλιματικά φαινόμενα του πλανήτη ενδέχεται να εξελιχθεί σε σοβαρή δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία κατά την περίοδο 2026–2027.
Το El Niño, το οποίο επηρεάζει τις θερμοκρασίες των ωκεανών και τα καιρικά πρότυπα σε μεγάλες περιοχές του κόσμου, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όχι μόνο των μετεωρολόγων, αλλά και των οικονομολόγων, των κυβερνήσεων και των διεθνών επενδυτών.
Νέα ανάλυση της T. Rowe Price Investment Institute, η οποία βασίζεται σε ερευνητική συνεργασία με το Johns Hopkins University, εξετάζει πώς ένα ισχυρό κλιματικό φαινόμενο μπορεί να μετατραπεί σε μακροοικονομικό κίνδυνο και να επηρεάσει τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η έρευνα αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση: δύο χώρες μπορεί να αντιμετωπίζουν παρόμοια ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά οι οικονομικές τους συνέπειες να διαφέρουν σημαντικά.
Το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι μόνο η ένταση της ξηρασίας ή των πλημμυρών, αλλά και η ικανότητα κάθε οικονομίας να απορροφά τις επιπτώσεις τους.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η κλιματική έκθεση δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την οικονομική ευπάθεια.
Τι είναι το El Niño και γιατί ανησυχούν οι αγορές
Το El Niño αποτελεί μέρος του φυσικού κλιματικού φαινομένου El Niño–Southern Oscillation (ENSO), το οποίο συνδέεται με μεταβολές στις θερμοκρασίες των επιφανειακών υδάτων του τροπικού Ειρηνικού Ωκεανού.
Οι μεταβολές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τα ατμοσφαιρικά συστήματα και να αλλάξουν τα πρότυπα βροχοπτώσεων και θερμοκρασιών σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Σε ορισμένες χώρες μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ξηρασίας, ενώ σε άλλες να ενισχυθεί η πιθανότητα έντονων βροχοπτώσεων και πλημμυρών.
Οι επιπτώσεις μπορούν να επεκταθούν στην αγροτική παραγωγή, στην ηλεκτροπαραγωγή, στις μεταφορές και στο διεθνές εμπόριο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η T. Rowe Price, η NOAA εκτιμούσε τον Αύγουστο του 2026 πιθανότητα 95% για την εμφάνιση πολύ ισχυρού El Niño κατά την περίοδο Οκτωβρίου–Δεκεμβρίου 2026 και 90% για την περίοδο Νοεμβρίου 2026–Ιανουαρίου 2027.
Ένα πολύ ισχυρό El Niño χαρακτηρίζεται από θερμοκρασίες επιφανειακών υδάτων τουλάχιστον 2 βαθμούς Κελσίου πάνω από τον μέσο όρο στην περιοχή Niño 3.4 του τροπικού Ειρηνικού.
Ωστόσο, η ανάλυση επισημαίνει ότι ακόμη και ένα πολύ ισχυρό φαινόμενο δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχα μεγάλες οικονομικές ζημιές.
Η γεωγραφία, η διάρκεια των καιρικών διαταραχών και η παραγωγική δομή κάθε χώρας καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα.
Πώς μια ξηρασία μπορεί να οδηγήσει σε πληθωρισμό
Η έρευνα περιγράφει τον μηχανισμό μέσω του οποίου ένας κλιματικός κίνδυνος μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.
Η αφετηρία μπορεί να είναι μια παρατεταμένη ξηρασία, ένας ακραίος καύσωνας ή μια μεγάλη πλημμύρα.
Τα φαινόμενα αυτά ενδέχεται να μειώσουν την αγροτική παραγωγή, να περιορίσουν τη διαθεσιμότητα νερού για υδροηλεκτρική ενέργεια ή να προκαλέσουν ζημιές σε κρίσιμες υποδομές.
Στη συνέχεια, οι επιπτώσεις μεταφέρονται στην πραγματική οικονομία.
Οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας μπορεί να αυξηθούν, οι εξαγωγές να περιοριστούν και οι εισαγωγές να γίνουν ακριβότερες.
Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί, ενώ οι κυβερνήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να αυξήσουν τις δαπάνες για επιδοτήσεις, αποκατάσταση ζημιών και στήριξη της παραγωγής.
Η αλυσίδα αυτή μπορεί τελικά να επηρεάσει τα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και το κόστος δανεισμού των κρατών.
Από την κλιματική κρίση στον κίνδυνο κρατικού χρέους
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ανάλυσης είναι η σύνδεση των φυσικών κλιματικών κινδύνων με τον λεγόμενο sovereign risk, δηλαδή τον κίνδυνο που αφορά την οικονομική και χρηματοδοτική κατάσταση ενός κράτους.
Η T. Rowe Price εξετάζει πώς οι φυσικές καταστροφές μπορούν να επηρεάσουν τη δυνατότητα μιας χώρας να εξυπηρετεί τις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Για παράδειγμα, μια χώρα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μπορεί να αντιμετωπίσει μείωση των συναλλαγματικών της εσόδων εάν η παραγωγή πληγεί από ξηρασία.
Εάν ταυτόχρονα χρειαστεί να αυξήσει τις εισαγωγές τροφίμων ή καυσίμων, οι πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο μπορεί να ενταθούν.
Οι επενδυτές ενδέχεται τότε να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν τα κρατικά ομόλογα της συγκεκριμένης χώρας.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού και σε μεγαλύτερες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Ωστόσο, η εξέλιξη δεν είναι αναπόφευκτη.
Η δυνατότητα παρέμβασης της κυβέρνησης, τα συναλλαγματικά αποθέματα και η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο.
Το μεγάλο πρόβλημα της υδροηλεκτρικής ενέργειας
Η εξάρτηση από την υδροηλεκτρική παραγωγή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ευπάθειας που εξετάζει η έκθεση.
Σε χώρες όπως η Κολομβία, η Βραζιλία, η Ζάμπια και το Βιετνάμ, η μειωμένη βροχόπτωση μπορεί να περιορίσει τη στάθμη των ταμιευτήρων και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Εάν η διαθέσιμη υδροηλεκτρική παραγωγή δεν επαρκεί, τα ηλεκτρικά συστήματα ενδέχεται να χρειαστεί να στραφούν περισσότερο σε θερμικές μονάδες.
Αυτό μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση για εισαγόμενα καύσιμα και να επιβαρύνει το ενεργειακό κόστος.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να μεταφερθεί στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Έτσι, μια κλιματική διαταραχή μπορεί να προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις ακόμη και όταν η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται.
Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού
Η ταυτόχρονη αύξηση των τιμών και επιβράδυνση της ανάπτυξης δημιουργεί συνθήκες στασιμοπληθωρισμού.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση για την οικονομική πολιτική.
Εάν η κεντρική τράπεζα αυξήσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα.
Εάν, αντίθετα, μειώσει τα επιτόκια για να στηρίξει την ανάπτυξη, υπάρχει κίνδυνος να ενισχυθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Η T. Rowe Price επισημαίνει ότι περισσότερο εκτεθειμένες είναι οι χώρες στις οποίες τα τρόφιμα έχουν μεγάλη βαρύτητα στον δείκτη τιμών καταναλωτή, η οικονομία εξαρτάται από κλιματικά ευαίσθητες εξαγωγές και τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα.
Η ανθεκτικότητα της οικονομικής πολιτικής αποκτά επομένως καθοριστική σημασία.
Κολομβία: Όταν η ξηρασία απειλεί τα ενεργειακά αποθέματα
Η Κολομβία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ κλίματος, ενέργειας και οικονομίας.
Η χώρα εξαρτάται σημαντικά από την υδροηλεκτρική παραγωγή, γεγονός που την καθιστά ευαίσθητη στις μεταβολές των βροχοπτώσεων.
Κατά το El Niño του 2023–2024, τα επίπεδα των ταμιευτήρων μειώθηκαν αισθητά.
Ωστόσο, η χώρα κατάφερε να καλύψει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας χάρη στην πρόσθετη παραγωγική ικανότητα και σε μέτρα διαχείρισης του ενεργειακού συστήματος.
Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι μια σημαντική φυσική διαταραχή δεν οδηγεί απαραίτητα σε αντίστοιχη οικονομική κρίση.
Για τον νέο κύκλο El Niño, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν τα διαθέσιμα ενεργειακά αποθέματα και οι μηχανισμοί διαχείρισης θα επαρκέσουν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις στις τιμές, στη νομισματική πολιτική και στο νόμισμα.
Ινδονησία και Φιλιππίνες: Δύο διαφορετικές οικονομικές αντιδράσεις
Η σύγκριση Ινδονησίας και Φιλιππίνων αναδεικνύει τη σημασία της οικονομικής προετοιμασίας.
Και οι δύο χώρες είναι εκτεθειμένες σε διαταραχές της αγροτικής παραγωγής που μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των τροφίμων.
Ωστόσο, κατά την περίοδο 2023–2024, οι επιπτώσεις διέφεραν.
Η Ινδονησία αξιοποίησε εισαγωγές ρυζιού, βελτιωμένη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και παρεμβάσεις στην προσφορά, περιορίζοντας μέρος των πληθωριστικών πιέσεων.
Οι Φιλιππίνες αντιμετώπισαν εντονότερη αύξηση στις τιμές των τροφίμων, εξαιτίας της μεγαλύτερης ευαισθησίας στις τιμές του ρυζιού και της εξάρτησης από εισαγωγές τροφίμων και καυσίμων.
Η σύγκριση αποδεικνύει τη σημασία των μηχανισμών προστασίας που διαθέτει κάθε οικονομία.
Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς πόσο έντονο θα είναι ένα κλιματικό φαινόμενο.
Χρειάζεται να εξετάζει και την ικανότητα των θεσμών να διαχειριστούν τις συνέπειές του.
Η αγορά κακάο και ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων
Ένα ακόμη παράδειγμα αφορά την παγκόσμια αγορά κακάο.
Οι χώρες της Δυτικής Αφρικής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διεθνή παραγωγή, γεγονός που καθιστά την αγορά ευαίσθητη στις κλιματικές συνθήκες της περιοχής.
Ένα ισχυρό El Niño μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαταραχών στην παραγωγή, χωρίς όμως να συνεπάγεται αυτόματα επανάληψη της μεγάλης ανόδου των τιμών που παρατηρήθηκε το 2023–2024.
Η τελική εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τις βροχοπτώσεις, την κατάσταση των καλλιεργειών, τις ασθένειες των φυτών, τα αποθέματα και τη διεθνή ζήτηση.
Για τις χώρες παραγωγής, μια μείωση της συγκομιδής μπορεί να περιορίσει τις εξαγωγές και τα αγροτικά εισοδήματα.
Ωστόσο, οι υψηλότερες διεθνείς τιμές ενδέχεται να αντισταθμίσουν μέρος των απωλειών από τη μείωση του όγκου παραγωγής.
Η επίδραση στα δημόσια οικονομικά εξαρτάται επομένως από περισσότερους παράγοντες και όχι αποκλειστικά από τις κλιματικές συνθήκες.
Η επιστημονική συνεργασία με το Johns Hopkins University
Η T. Rowe Price επιχειρεί, μέσα από την ερευνητική της συνεργασία με το Johns Hopkins University, να ενσωματώσει συστηματικότερα τους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους στην αξιολόγηση των κρατικών οικονομιών.
Η ανάλυση συνδυάζει ιστορικά κλιματικά δεδομένα με οικονομικούς δείκτες.
Εξετάζονται μεταβλητές όπως οι βροχοπτώσεις, οι θερμοκρασίες, η υγρασία του εδάφους, η ροή των ποταμών και η έκθεση της αγροτικής παραγωγής.
Στη συνέχεια, οι μεταβλητές αυτές συνδέονται με το ΑΕΠ, τον πληθωρισμό, το εξωτερικό ισοζύγιο και τα δημόσια οικονομικά.
Η πρώτη φάση της έρευνας καλύπτει δώδεκα χώρες: Μεξικό, Ινδονησία, Βραζιλία, Χιλή, Ταϊλάνδη, Νότια Αφρική, Ινδία, Κολομβία, Περού, Φιλιππίνες, Αίγυπτο και Κένυα.
Στόχος είναι η καλύτερη κατανόηση των διαδρομών μέσω των οποίων οι κλιματικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν την οικονομική σταθερότητα.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποτελούν βέβαιες προβλέψεις.
Πρόκειται για ενδεικτικά σενάρια, καθώς οι ιστορικές κλιματικές σχέσεις και οι οικονομικές αντιδράσεις μπορούν να μεταβληθούν.
Πώς επηρεάζονται τα κρατικά ομόλογα, τα νομίσματα και τα επιτόκια
Η ανάλυση διακρίνει τρία βασικά πεδία χρηματοοικονομικού κινδύνου.
Το πρώτο αφορά τα εγχώρια επιτόκια.
Εάν το El Niño προκαλέσει αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και ενέργειας, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να καθυστερήσουν τη μείωση των επιτοκίων ή να διατηρήσουν αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Το δεύτερο αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Οι αυξημένες ανάγκες εισαγωγών τροφίμων και καυσίμων μπορούν να επιβαρύνουν το εξωτερικό ισοζύγιο και να δημιουργήσουν πιέσεις στα νομίσματα.
Το τρίτο αφορά το κρατικό χρέος σε ξένο νόμισμα.
Οι δαπάνες αποκατάστασης ζημιών, οι επιδοτήσεις και η μείωση των εξαγωγικών ή φορολογικών εσόδων μπορούν να επιδεινώσουν τη δυναμική του δημόσιου χρέους.
Η έκθεση υπογραμμίζει, πάντως, ότι η επιδείνωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι αγορές θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο.
Σημαντικό ρόλο παίζει το κατά πόσο οι επενδυτές έχουν ήδη ενσωματώσει τον κίνδυνο στις τιμές των ομολόγων, στις αποδόσεις και στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Γιατί ορισμένες χώρες είναι πιο ανθεκτικές
Η T. Rowe Price εντοπίζει μια σειρά από παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις ενός κλιματικού σοκ.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα επαρκή συναλλαγματικά αποθέματα, η δυνατότητα δημοσιονομικών παρεμβάσεων, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Εξίσου σημαντικές είναι η ποιότητα των υποδομών, η ετοιμότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές και η δυνατότητα διαφοροποίησης των πηγών τροφίμων και ενέργειας.
Μια χώρα με ανθεκτικές υποδομές και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις ακόμη και ενός ισχυρού κλιματικού φαινομένου.
Αντίθετα, μια οικονομία με περιορισμένα αποθέματα, υψηλό χρέος και μεγάλη εξάρτηση από συγκεκριμένες εισαγωγές μπορεί να αντιμετωπίσει εντονότερες πιέσεις.
Τι σημαίνει το El Niño για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Παρότι η συγκεκριμένη ερευνητική ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως σε επιλεγμένες αναδυόμενες οικονομίες, τα συμπεράσματά της έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον.
Η Ευρώπη συμμετέχει σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων, πρώτων υλών και ενέργειας.
Επομένως, σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή άλλων περιοχών μπορούν να επηρεάσουν τις διεθνείς τιμές και το κόστος εισαγωγών.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα συνδέεται κυρίως με την πιθανή μετάδοση διεθνών ανατιμήσεων στην εγχώρια αγορά και με την ευρύτερη ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των παραγωγικών και εφοδιαστικών συστημάτων.
Ωστόσο, η ανάλυση δεν παρέχει ειδική πρόβλεψη για τις οικονομικές επιπτώσεις του El Niño στην Ελλάδα.
Οποιαδήποτε εκτίμηση για συγκεκριμένες μεταβολές στις ελληνικές τιμές ή στο ΑΕΠ θα απαιτούσε ξεχωριστή μελέτη.
Η κλιματική ανθεκτικότητα γίνεται παράγοντας οικονομικής σταθερότητας
Η σημαντικότερη διάσταση της μελέτης είναι ότι αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή και τις φυσικές κλιματικές διακυμάνσεις ως παράγοντες που μπορούν να επηρεάζουν άμεσα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η ποιότητα των υποδομών, η διαφοροποίηση της ενεργειακής παραγωγής και η δυνατότητα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας δεν αποτελούν μόνο ζητήματα περιβαλλοντικής πολιτικής.
Συνδέονται με την ανθεκτικότητα των δημόσιων οικονομικών, τη σταθερότητα των τιμών και την πρόσβαση των κρατών στις διεθνείς αγορές.
Αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις στην πρόληψη και στην προσαρμογή μπορούν να αποκτήσουν αυξανόμενη σημασία και για την αξιολόγηση του κρατικού κινδύνου.
Το μεγάλο μήνυμα της ανάλυσης
Το El Niño της περιόδου 2026–2027 μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική δοκιμασία για τις οικονομίες που είναι εκτεθειμένες σε διαταραχές της παραγωγής τροφίμων, της ενέργειας και των εξαγωγών.
Ωστόσο, η ένταση του κλιματικού φαινομένου δεν καθορίζει από μόνη της το μέγεθος των οικονομικών συνεπειών.
Η πραγματική ευπάθεια κάθε χώρας εξαρτάται από τη δομή της οικονομίας, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά αποθέματα και την ικανότητα των θεσμών να αντιδρούν αποτελεσματικά.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιες χώρες θα πληγούν από το El Niño, αλλά ποιες διαθέτουν τα οικονομικά και θεσμικά μέσα για να αποτρέψουν τη μετατροπή ενός κλιματικού σοκ σε κρίση πληθωρισμού, νομίσματος ή δημόσιου χρέους.
Η νέα ανάλυση αναδεικνύει έτσι μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται ο κλιματικός κίνδυνος.
Από ένα ζήτημα που αφορούσε κυρίως τις φυσικές καταστροφές και την περιβαλλοντική προστασία, εξελίσσεται σε βασική παράμετρο της μακροοικονομικής ανάλυσης και της αξιολόγησης των κρατικών αγορών.

