Σημαντικά ερωτήματα για τη νομισματική πολιτική, το κόστος της ενέργειας και τη χρηματοδότηση της κλιματικής προσαρμογής τέθηκαν σε συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οικονομολόγοι και εκπρόσωποι ευρωπαϊκών θεσμών προειδοποιούν ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους τις οικονομικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική πρόκληση. Εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικού κινδύνου για την Ευρώπη, επηρεάζοντας τον πληθωρισμό, την παραγωγή, τις δημόσιες δαπάνες και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Ακραίοι καύσωνες, πλημμύρες, ξηρασίες και διαταραχές στην παραγωγή ενέργειας και τροφίμων δημιουργούν νέες πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν αυτές οι πιέσεις χωρίς να υπονομευθούν οι επενδύσεις που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών και την προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Αυτό ήταν ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδείχθηκαν σε συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή οικονομολόγων και εκπροσώπων ευρωπαϊκών θεσμών.
Το κεντρικό μήνυμα ήταν σαφές: η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της κλιματικής κρίσης.
Απαιτείται στενότερος συντονισμός της νομισματικής πολιτικής με τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις και τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση.
Γιατί η αύξηση των επιτοκίων δεν αρκεί απέναντι στην κλιματική κρίση
Οι κεντρικές τράπεζες χρησιμοποιούν τα επιτόκια ως βασικό εργαλείο για τον έλεγχο του πληθωρισμού.
Όταν οι τιμές αυξάνονται υπερβολικά, η αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση και να μειώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα.
Εάν μια παρατεταμένη ξηρασία μειώσει την αγροτική παραγωγή ή ένας καύσωνας επηρεάσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι τιμές μπορεί να αυξηθούν εξαιτίας της περιορισμένης προσφοράς.
Σε αυτή την περίπτωση, τα υψηλότερα επιτόκια δεν μπορούν να αποκαταστήσουν άμεσα την παραγωγή τροφίμων ή ενέργειας.
Μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση και να αποτρέψουν τη διάχυση των ανατιμήσεων στην υπόλοιπη οικονομία, αλλά δεν αντιμετωπίζουν την αρχική αιτία της διαταραχής.
Παράλληλα, αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις.
Έτσι δημιουργείται ένα δύσκολο δίλημμα: η πολιτική που αποσκοπεί στον περιορισμό του σημερινού πληθωρισμού μπορεί να επιβραδύνει επενδύσεις που θα έκαναν την οικονομία ανθεκτικότερη στις μελλοντικές κλιματικές πιέσεις.
Τζάγια Σουντ: Οι κυβερνήσεις πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο
Η Τζάγια Σουντ, ανώτερη οικονομολόγος του New Economics Foundation, υποστήριξε ότι ο συντονισμός μεταξύ κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών υπάρχει ήδη, αλλά συχνά ενεργοποιείται εκ των υστέρων, ως αντίδραση σε οικονομικές κρίσεις.
Σύμφωνα με την ίδια, οι κυβερνήσεις διαθέτουν στοχευμένα δημοσιονομικά εργαλεία που μπορούν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες πληθωριστικές πιέσεις.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν οι αυξήσεις των τιμών προέρχονται από προβλήματα στην παραγωγή και στην προσφορά αγαθών.
Στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην ανθεκτικότητα της παραγωγής μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των αιτιών τέτοιων διαταραχών.
Το ζητούμενο είναι να μη μεταφέρεται ολόκληρο το βάρος της οικονομικής σταθεροποίησης στις κεντρικές τράπεζες.
Τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος της πράσινης μετάβασης
Ο Ρομέν Σβάρτσμαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Bocconi και πρώην οικονομολόγος της Banque de France, ανέδειξε μια σημαντική αντίφαση της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής.
Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να είναι αναγκαία για τον περιορισμό του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα καθιστά ακριβότερες τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση.
Έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ενεργειακές υποδομές και επενδύσεις κλιματικής προσαρμογής απαιτούν συχνά υψηλή αρχική χρηματοδότηση.
Όταν το κόστος δανεισμού αυξάνεται, η οικονομική βιωσιμότητα ορισμένων έργων μπορεί να επιδεινωθεί.
Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, περιορίζοντας δυνητικά τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς πόρους.
Οι κυβερνήσεις καλούνται έτσι να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα την υγεία, την κοινωνική προστασία, τις ανάγκες ενός γηράσκοντος πληθυσμού και τις επενδύσεις για το κλίμα.
Η διαχείριση αυτών των προτεραιοτήτων γίνεται ακόμη δυσκολότερη σε περιόδους περιοριστικών οικονομικών συνθηκών.
Η πρόταση για «πράσινα επιτόκια»
Στο πλαίσιο της συζήτησης επανήλθε η πρόταση για τη δημιουργία ευνοϊκότερων όρων χρηματοδότησης για επενδύσεις που συμβάλλουν στην ενεργειακή μετάβαση.
Η ιδέα του «green interest rate», δηλαδή ενός χαμηλότερου επιτοκίου για επιλέξιμες πράσινες επενδύσεις, έχει απασχολήσει οικονομολόγους και οργανώσεις που ασχολούνται με την κλιματική πολιτική.
Στόχος μιας τέτοιας προσέγγισης θα ήταν να περιοριστεί το κόστος χρηματοδότησης έργων που συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών και στην ενεργειακή ανθεκτικότητα.
Μια ακόμη πρόταση αφορά τη διεύρυνση του πλαισίου αποδεκτών εξασφαλίσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ώστε να λαμβάνει περισσότερο υπόψη πράσινα χρηματοοικονομικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων κρατικών ομολόγων.
Πρόκειται, ωστόσο, για προτάσεις πολιτικής και όχι για αποφάσεις που έχουν υιοθετηθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συζήτησης.
Η εφαρμογή τους θα απαιτούσε αξιολόγηση των επιπτώσεων στη νομισματική μετάδοση, στη διαχείριση κινδύνων και στην εντολή της ΕΚΤ για τη σταθερότητα των τιμών.
Το μεγάλο ερώτημα: Πληθωρισμός σήμερα ή ανθεκτικότητα αύριο;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που τέθηκαν αφορά τον χρονικό ορίζοντα της νομισματικής πολιτικής.
Οι κεντρικές τράπεζες αξιολογούν συνήθως την εξέλιξη του πληθωρισμού σε έναν σχετικά περιορισμένο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Αντίθετα, οι επενδύσεις στην κλιματική ανθεκτικότητα μπορούν να αποδώσουν σε βάθος πολλών ετών.
Για παράδειγμα, μια επένδυση σε σύγχρονα ενεργειακά δίκτυα, αντιπλημμυρικές υποδομές ή ανθεκτικότερη αγροτική παραγωγή μπορεί να απαιτεί σημαντικούς πόρους σήμερα, αλλά να περιορίζει τις οικονομικές απώλειες στο μέλλον.
Ο Ρομέν Σβάρτσμαν έθεσε το ερώτημα κατά πόσο η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί πάντοτε την κατάλληλη απάντηση, όταν οι σημερινές οικονομικές πιέσεις συνδέονται με επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.
Το δίλημμα δεν αφορά την εγκατάλειψη της σταθερότητας των τιμών.
Αφορά την ανάγκη να εξετάζονται οι μακροπρόθεσμες συνέπειες των σημερινών αποφάσεων.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει ήδη τους δημόσιους προϋπολογισμούς
Ο Νίκολα Γκαλιάρντι, ανώτερος οικονομολόγος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναφέρθηκε στις δημοσιονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Όπως επισήμανε, τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα, τα δημόσια έσοδα και τις κρατικές δαπάνες.
Οι καταστροφές σε υποδομές, η μείωση της παραγωγής και οι απώλειες εισοδήματος περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν αποκαταστάσεις, ενισχύσεις προς πληγέντες και νέες υποδομές προστασίας.
Οι οικονομικοί κίνδυνοι δεν περιορίζονται στις άμεσες φυσικές καταστροφές.
Περιλαμβάνουν και τους κινδύνους μετάβασης, δηλαδή τις επιπτώσεις που μπορούν να προκύψουν από τις αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική, στις τεχνολογίες και στο παραγωγικό μοντέλο.
Η ανάγκη ενσωμάτωσης αυτών των κινδύνων στον δημοσιονομικό σχεδιασμό αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
ΕΚΤ: Η προσαρμογή δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μείωση των εκπομπών
Η Ιρένε Χίμσκερκ, επικεφαλής του Κέντρου Κλιματικής Αλλαγής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπογράμμισε ότι η προσαρμογή στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή της, η Ευρώπη δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε μέτρα προσαρμογής για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός κόσμου που θα είναι κατά 3 βαθμούς Κελσίου θερμότερος.
Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου πρέπει επομένως να συνεχιστεί παράλληλα με τις επενδύσεις στην ανθεκτικότητα.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η κλιματική προσαρμογή αφορά την προστασία της οικονομίας και της κοινωνίας από επιπτώσεις που ήδη εκδηλώνονται ή αναμένονται.
Η ενεργειακή και κλιματική μετάβαση στοχεύει στον περιορισμό των εκπομπών, ώστε να μειωθεί η μελλοντική ένταση της κλιματικής αλλαγής.
Οι δύο στρατηγικές είναι συμπληρωματικές και όχι ανταγωνιστικές.
Οι καύσωνες αφήνουν οικονομικές απώλειες για χρόνια
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την ΕΚΤ αναδεικνύουν τη μακροχρόνια οικονομική επίδραση των ακραίων θερμοκρασιών.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα της τράπεζας, η οικονομική δραστηριότητα στις περιοχές που πλήττονται από καύσωνες εμφανίζεται κατά μέσο όρο:
- 1,5% χαμηλότερη δύο χρόνια μετά το ακραίο φαινόμενο.
- 3% χαμηλότερη τέσσερα χρόνια μετά.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις των καυσώνων δεν περιορίζονται στην άμεση περίοδο εκδήλωσής τους.
Μπορούν να επηρεάζουν την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα για αρκετά χρόνια.
Παράλληλα, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση, το κύμα καυσώνων του 2026 θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τουλάχιστον 1%.
Οι μεγαλύτερες απώλειες εκτιμήθηκε ότι θα μπορούσαν να εμφανιστούν σε χώρες και περιοχές που επηρεάστηκαν περισσότερο από τις ακραίες θερμοκρασίες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.
Πρόκειται για εκτιμήσεις οικονομικών επιπτώσεων και όχι για οριστικά στοιχεία του ετήσιου ΑΕΠ.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ως παράγοντας οικονομικής προστασίας
Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα αφορά τον ρόλο της ενεργειακής διαφοροποίησης.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε η ΕΚΤ, οι ευρωπαϊκές χώρες με περισσότερο διαφοροποιημένο μείγμα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εμφανίστηκαν λιγότερο εκτεθειμένες σε αυξήσεις των τιμών ενέργειας.
Η διαφοροποίηση έχει σημασία επειδή διαφορετικές μορφές παραγωγής μπορούν να επηρεάζονται με διαφορετικό τρόπο από τις καιρικές συνθήκες.
Για παράδειγμα, η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή λόγω ξηρασίας μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις σε ένα ηλεκτρικό σύστημα που εξαρτάται έντονα από αυτήν.
Ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα μπορεί να περιορίσει μέρος αυτής της εξάρτησης, εφόσον συνοδεύεται από κατάλληλα δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία του συστήματος.
Η ενεργειακή μετάβαση αποκτά έτσι και μια πρόσθετη οικονομική διάσταση.
Δεν αφορά αποκλειστικά τη μείωση των εκπομπών, αλλά μπορεί να συμβάλει και στη μείωση της έκθεσης σε ενεργειακές διακυμάνσεις και γεωπολιτικές κρίσεις.
Η κλιματική αλλαγή βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής
Η ΕΚΤ έχει ενσωματώσει σταδιακά τους κλιματικούς κινδύνους σε επιμέρους εργαλεία και διαδικασίες της.
Η Ιρένε Χίμσκερκ ανέφερε ότι η τράπεζα συνεχίζει την κλιματική της στρατηγική, αξιοποιώντας σταδιακά τα εργαλεία που διαθέτει.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την εκτίμηση ότι οι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή και την υποβάθμιση της φύσης μπορούν να επηρεάζουν τον πληθωρισμό, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος.
Η αντιμετώπισή τους αποκτά επομένως σημασία και για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στο πλαίσιο της θεσμικής εντολής της ΕΚΤ.
Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα δεν διαθέτει όλα τα εργαλεία που απαιτούνται για την προσαρμογή των υποδομών, την προστασία της αγροτικής παραγωγής ή τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης.
Αυτοί οι τομείς απαιτούν αποφάσεις και επενδύσεις από τις κυβερνήσεις και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Τι σημαίνει αυτή η συζήτηση για την Ελλάδα
Για την ελληνική οικονομία, τα ζητήματα που αναδείχθηκαν έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Η χώρα αντιμετωπίζει κινδύνους από υψηλές θερμοκρασίες, ξηρασίες, πλημμύρες και πυρκαγιές, οι οποίοι μπορούν να επηρεάζουν σημαντικούς παραγωγικούς τομείς.
Η αγροτική παραγωγή, ο τουρισμός, οι υποδομές και η ενέργεια είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα με τις κλιματικές συνθήκες.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση έργων ενεργειακής αναβάθμισης, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και κλιματικής προστασίας επηρεάζεται από το κόστος δανεισμού.
Η συζήτηση για τον συντονισμό δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αφορά επομένως και τις δυνατότητες της Ελλάδας να σχεδιάσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Η προστασία των υποδομών, η αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδάτινων πόρων και η ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας αποτελούν παραδείγματα παρεμβάσεων που μπορούν να περιορίσουν μελλοντικούς οικονομικούς κινδύνους.
Το νέο οικονομικό δίλημμα της Ευρώπης
Η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέδειξε μια πραγματικότητα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις ακόμη και όταν η ζήτηση δεν αυξάνεται.
Σε αυτές τις συνθήκες, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών, αλλά δεν αντιμετωπίζει από μόνη της τις αιτίες των διαταραχών στην παραγωγή.
Ταυτόχρονα, μπορεί να καταστήσει ακριβότερες τις επενδύσεις που απαιτούνται για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική ανθεκτικότητα.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη είναι να προστατεύσει τη σταθερότητα των τιμών χωρίς να καθυστερήσει τις επενδύσεις που θα περιορίσουν τους οικονομικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον.
Αυτό προϋποθέτει συντονισμό μεταξύ νομισματικής, δημοσιονομικής, ενεργειακής και επενδυτικής πολιτικής, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και σεβασμό στη θεσμική ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η κλιματική μετάβαση δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντικό στόχο.
Είναι ταυτόχρονα ζήτημα οικονομικής σταθερότητας, παραγωγικής ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

