Ταχύτερες προσλήψεις, ηλεκτρονική άντληση δικαιολογητικών και αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Η υφυπουργός Εσωτερικών Βιβή Χαραλαμπογιάννη παρουσίασε στο Olympia Forum τον σχεδιασμό για ένα περισσότερο ψηφιακό και αποτελεσματικό Δημόσιο, θέτοντας ως στόχο να περιοριστεί στους 12 μήνες ο χρόνος από την έγκριση μιας πρόσληψης έως την ανάληψη υπηρεσίας.
Η αποτελεσματικότητα του Δημοσίου αποτελεί μία από τις λιγότερο προβεβλημένες αλλά κρίσιμες προϋποθέσεις της βιώσιμης ανάπτυξης.
Υπηρεσίες Υγείας, δήμοι, κοινωνικές δομές, διοικητικές υπηρεσίες και κρίσιμες κρατικές λειτουργίες χρειάζονται το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, στις κατάλληλες θέσεις και στον κατάλληλο χρόνο.
Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα επικεντρώθηκε η υφυπουργός Εσωτερικών Βιβή Χαραλαμπογιάννη, μιλώντας στο Olympia Forum για την επιτάχυνση των διαδικασιών του ΑΣΕΠ, τον προγραμματισμό των προσλήψεων και την αξιοποίηση νέων ψηφιακών εργαλείων.
Οι ανακοινώσεις για τα αποτελέσματα ΠΕ και ΤΕ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους υποψηφίους του πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ είχαν οι αναφορές της υφυπουργού στο χρονοδιάγραμμα έκδοσης αποτελεσμάτων.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε, την προσεχή Δευτέρα αναμένονται τα οριστικά αποτελέσματα για τους υποψηφίους Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), ενώ για την επόμενη Παρασκευή τοποθέτησε την έκδοση των προσωρινών αποτελεσμάτων για τους υποψηφίους Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ).
Η αναφορά αφορά την προκήρυξη 1ΓΒ/2026, με 2.628 θέσεις ΤΕ και 4.747 θέσεις ΠΕ.
Η ταχύτητα έκδοσης των αποτελεσμάτων και ολοκλήρωσης των διορισμών αποτελεί, όπως ανέφερε η κ. Χαραλαμπογιάννη, ένα «μεγάλο στοίχημα» για το νέο σύστημα.
Ο στόχος των 12 μηνών
Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή αφορά τον συνολικό χρόνο που απαιτείται για να καλυφθεί μια εγκεκριμένη θέση.
«Από την ώρα που θα εγκριθεί η πρόσληψη μέχρι την ώρα που θα καθίσει ο υπάλληλος και θα αναλάβει καθήκοντα, να καταφέρουμε αυτό το 12μηνο», ανέφερε η υφυπουργός.
Η επιτάχυνση δεν αφορά μόνο τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ. Συνδέεται με μια διαφορετική φιλοσοφία στον προγραμματισμό του ανθρώπινου δυναμικού.
Αντί οι ανάγκες να διαπιστώνονται και στη συνέχεια να ξεκινά από την αρχή μια μακρά διαδικασία επιλογής, ο σχεδιασμός επιχειρεί να λειτουργεί περισσότερο προληπτικά.
Οι ανάγκες του Δημοσίου προσδιορίζονται νωρίτερα και οι προσλήψεις των επόμενων ετών μπορούν να βασίζονται σε ήδη διαθέσιμες δεξαμενές υποψηφίων από τον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό.
Σύμφωνα με την υφυπουργό, οι προσλήψεις του 2026 και του 2027 αξιοποιούν τη δεξαμενή που δημιουργήθηκε από τον διαγωνισμό του 2025.
Γιατί η ταχύτητα των προσλήψεων είναι ζήτημα βιωσιμότητας
Η μείωση του χρόνου πρόσληψης δεν είναι μόνο διοικητικό ζήτημα.
Όταν μια δημόσια υπηρεσία χρειάζεται προσωπικό και η κάλυψη της θέσης καθυστερεί σημαντικά, το αποτέλεσμα μεταφέρεται τελικά στην καθημερινότητα του πολίτη.
Αφορά την ταχύτητα εξυπηρέτησης, τη λειτουργία των δήμων, τις υπηρεσίες Υγείας, την Εθνική Άμυνα και πολλές ακόμη κρατικές δομές.
Ένα βιώσιμο διοικητικό σύστημα χρειάζεται επομένως να γνωρίζει εγκαίρως πόσους ανθρώπους χρειάζεται, σε ποιες ειδικότητες, με ποιες δεξιότητες και σε ποιες περιοχές.
Παράλληλα, η ταχύτητα δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος της αξιοκρατίας και της διαφάνειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η υφυπουργός αναφέρθηκε στον ΑΣΕΠ και στον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό ως βασικούς μηχανισμούς επιλογής προσωπικού.
Τέλος στο «φέρε το δικαιολογητικό»;
Ένα σημαντικό μέρος των καθυστερήσεων στις διαδικασίες επιλογής αφορά τον έλεγχο των δικαιολογητικών.
Τίτλοι σπουδών, επαγγελματική εμπειρία και άλλα στοιχεία χρειάζεται να διασταυρωθούν προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Η επόμενη μεγάλη αλλαγή μπορεί να προέλθει από τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου.
Η διασύνδεση του ΑΣΕΠ με ψηφιακά συστήματα όπως το ptyxia.gov.gr και τα πληροφοριακά συστήματα του e-ΕΦΚΑ θα μπορούσε να επιτρέψει την ηλεκτρονική άντληση και επαλήθευση στοιχείων, περιορίζοντας τόσο την προσκόμιση εγγράφων από τους πολίτες όσο και τον χειροκίνητο διοικητικό έλεγχο.
Εφόσον υλοποιείται με ασφαλή διαχείριση των προσωπικών δεδομένων, η αρχή είναι απλή: μια πληροφορία που διαθέτει ήδη το Δημόσιο δεν χρειάζεται να ζητείται ξανά από τον πολίτη.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει στην αξιολόγηση
Η κ. Χαραλαμπογιάννη αναφέρθηκε ιδιαίτερα και στη χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης στη διαδικασία της στοχοθεσίας και της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, η τεχνολογία μπορεί να βοηθά στον εντοπισμό στόχων που δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένοι ή μετρήσιμοι.
Ένας γενικός στόχος, όπως για παράδειγμα η «μείωση της γραφειοκρατίας», χρειάζεται να μεταφραστεί σε συγκεκριμένο και αξιολογήσιμο αποτέλεσμα, με χρονικό ορίζοντα και μετρήσιμα χαρακτηριστικά.
Η λογική είναι η αξιολόγηση να μην αποτελεί απλώς μια ετήσια βαθμολόγηση, αλλά να οδηγεί σε πλάνο ανάπτυξης του εργαζομένου, εντοπίζοντας τόσο τις δεξιότητες που χρειάζονται βελτίωση όσο και εκείνες στις οποίες εμφανίζει υψηλή απόδοση.
ΤΝ για 54.000 αξιολογήσεις – Η τελική απόφαση στον άνθρωπο
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία που έδωσε η υφυπουργός για τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης στην επεξεργασία αξιολογήσεων υψηλής απόδοσης.
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, για το 2023 υπήρχαν περίπου 54.000 εκθέσεις υπαλλήλων που είχαν χαρακτηριστεί ως υψηλής απόδοσης.
Εργαλείο ΤΝ χρησιμοποιήθηκε για την ομαδοποίηση και την προκαταρκτική επεξεργασία του μεγάλου όγκου των υποθέσεων.
Κατά την παρουσίασή της, περίπου 35.000 περιπτώσεις εκτιμήθηκε από το σύστημα ότι δεν εμφάνιζαν επαρκή τεκμηρίωση βάσει των προβλεπόμενων κριτηρίων, ενώ περίπου 4.000 εμφανίζονταν πλήρως τεκμηριωμένες. Σε άλλες περιπτώσεις το εργαλείο δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.
Η υφυπουργός ανέφερε ότι ο ανθρώπινος έλεγχος επιβεβαίωσε σε ποσοστό 99% την πρόταση του συστήματος για τις περιπτώσεις που είχαν εντοπιστεί ως ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, ενώ τελικά 1.300 περιπτώσεις κρίθηκαν πλήρως τεκμηριωμένες.
Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με την ίδια, η τελική κρίση παρέμεινε στον άνθρωπο.
Η ΤΝ ως βοηθός και όχι ως τελικός κριτής
Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη βιώσιμη ψηφιακή διακυβέρνηση.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να επεξεργάζεται μεγάλο όγκο δεδομένων, να εντοπίζει μοτίβα και να υποστηρίζει τους υπαλλήλους και τις επιτροπές.
Όταν όμως μια αυτοματοποιημένη διαδικασία επηρεάζει την επαγγελματική εξέλιξη ενός ανθρώπου, η χρήση της χρειάζεται να συνοδεύεται από ανθρώπινη εποπτεία, διαφάνεια, σαφή κριτήρια και δυνατότητα ελέγχου.
Η ταχύτητα από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι η τεχνολογία να αυξάνει την αποτελεσματικότητα χωρίς να περιορίζει τη λογοδοσία.
SDG 16: Το αποτελεσματικό Δημόσιο ως υποδομή βιώσιμης ανάπτυξης
Οι αλλαγές αυτές συνδέονται άμεσα με τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 16 – Ειρήνη, Δικαιοσύνη και Ισχυροί Θεσμοί, που περιλαμβάνει την ανάπτυξη αποτελεσματικών, υπεύθυνων και διαφανών θεσμών.
Στην πράξη, ένας ισχυρός θεσμός δεν κρίνεται μόνο από το νομικό πλαίσιο που τον διέπει.
Κρίνεται και από το εάν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά.
Ένα Δημόσιο που χρειάζεται λιγότερο χρόνο για να στελεχωθεί, που δεν ζητά από τον πολίτη στοιχεία τα οποία ήδη διαθέτει, που σχεδιάζει τις ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού εκ των προτέρων και που χρησιμοποιεί την τεχνολογία με ανθρώπινη εποπτεία μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης.
Από την ψηφιοποίηση στον πραγματικό μετασχηματισμό
Η πραγματική ψηφιακή μετάβαση του Δημοσίου δεν είναι να μετατραπεί ένα έντυπο δικαιολογητικό σε PDF.
Είναι να πάψει να χρειάζεται το δικαιολογητικό όταν η πληροφορία μπορεί να διασταυρωθεί αυτόματα και αξιόπιστα.
Αντίστοιχα, η ουσιαστική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι να αντικαταστήσει τον άνθρωπο που αποφασίζει, αλλά να περιορίσει επαναλαμβανόμενες διαδικασίες και να επιτρέψει στη δημόσια διοίκηση να επικεντρωθεί εκεί όπου απαιτείται ανθρώπινη κρίση.
Ο στόχος των προσλήψεων μέσα σε 12 μήνες θα αποτελέσει ένα μετρήσιμο τεστ αυτής της μετάβασης.
Γιατί τελικά το βιώσιμο Δημόσιο δεν είναι απλώς περισσότερο ψηφιακό.
Είναι ταχύτερο, αξιοκρατικό, διαφανές, διαλειτουργικό και ανθρώπινο.

