Ογδόντα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της Δίκης της Νυρεμβέργης, το νέο βιβλίο του Σταύρου Τζίμα επιστρέφει στον τόπο όπου τέθηκαν ορισμένα από τα θεμέλια του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Μια δημοσιογραφική έρευνα για τη μνήμη, τη λογοδοσία και τους θεσμούς που υπενθυμίζει ότι βιώσιμες κοινωνίες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς ειρήνη, δικαιοσύνη και ιστορική συνείδηση.
«Την 1η Οκτωβρίου 1946, στις εννέα το πρωί ώρα Γερμανίας, τα βλέμματα της ανθρωπότητας ήταν στραμμένα στη Νυρεμβέργη. Η δίκη των ηγετικών στελεχών των Ναζί είχε ολοκληρωθεί, ύστερα από ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε έναν χρόνο παρά τέσσερις ημέρες. Η ώρα της ετυμηγορίας είχε φτάσει».
Ογδόντα χρόνια ακριβώς μετά την ολοκλήρωση της πολύκροτης Δίκης, το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου Σταύρου Τζίμα, «Η Κληρονομιά της Νυρεμβέργης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο, επιστρέφει σε μία από τις καθοριστικότερες στιγμές του 20ού αιώνα.
Δεν περιορίζεται, όμως, σε μια αναδρομή στο παρελθόν. Αναζητά τι σημαίνει η Νυρεμβέργη σήμερα και πώς η ιστορική μνήμη, η δικαιοσύνη και η λογοδοσία μπορούν να λειτουργήσουν ως θεμέλια για δημοκρατικές, ειρηνικές και ανθεκτικές κοινωνίες.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο η ιστορική έρευνα συναντά τη σύγχρονη έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης. Διότι η βιωσιμότητα δεν αφορά μόνο το κλίμα, την ενέργεια ή τους φυσικούς πόρους. Αφορά επίσης την ποιότητα των θεσμών, την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δικαιοσύνη και την ικανότητα μιας κοινωνίας να γνωρίζει και να διδάσκεται από το παρελθόν της.
Ένα δημοσιογραφικό ταξίδι στη μνήμη
Ο Σταύρος Τζίμας ταξίδεψε στη Νυρεμβέργη, μια πόλη με την οποία διατηρεί ιδιαίτερη προσωπική σχέση. Στα νεανικά του χρόνια είχε ζήσει εκεί περιστασιακά ως παιδί Έλληνα μετανάστη, χωρίς τότε να γνωρίζει σε όλη του την έκταση το ιστορικό βάρος που κουβαλούσε ο τόπος.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα επέστρεψε ως δημοσιογράφος, αναζητώντας τα ίχνη της ιστορίας στην πόλη που συνδέθηκε τόσο με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού όσο και με τη δικαστική λογοδοσία των ηγετικών στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος.
Αφετηρία του βιβλίου αποτέλεσε δημοσιογραφική έρευνα με αφορμή τα 80 χρόνια από τη Δίκη, η οποία παρουσιάστηκε αρχικά σε ειδική έκδοση της «Καθημερινής». Το υλικό εμπλουτίστηκε στη συνέχεια με μαρτυρίες, αρχειακή έρευνα και συνομιλίες με ιστορικούς και ανθρώπους της πόλης.
Το αποτέλεσμα δεν φιλοδοξεί, όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, να αποτελέσει ακαδημαϊκή ιστορία. Είναι πρωτίστως ρεπορτάζ.
Η Νυρεμβέργη ως «εργαστήριο» δημόσιας μνήμης
Ο συγγραφέας επισκέπτεται τους χώρους της Δίκης, την περίφημη Αίθουσα 600, τα μνημειώδη οικοδομήματα του ναζιστικού καθεστώτος και τους χώρους των μαζικών συγκεντρώσεων.
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται κυρίως στο πώς μια σύγχρονη πόλη επιλέγει να διαχειριστεί ένα εξαιρετικά δύσκολο ιστορικό παρελθόν.
Η Νυρεμβέργη αναδεικνύεται έτσι σε ένα ιδιότυπο εργαστήριο δημόσιας μνήμης. Οι χώροι δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως κατάλοιπα μιας άλλης εποχής, αλλά ως πεδία εκπαίδευσης, έρευνας και δημόσιου διαλόγου.
Αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βιώσιμη ανάπτυξη των σύγχρονων πόλεων. Η προστασία της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς δεν σημαίνει μόνο τη διατήρηση κτιρίων και μνημείων. Σημαίνει και τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης, ακόμη και όταν αυτή αφορά τις σκοτεινότερες σελίδες της ιστορίας.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς
Για τον Έλληνα αναγνώστη ιδιαίτερο βάρος έχει το κεφάλαιο που αφορά την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.
Στις 3 Ιανουαρίου 1946 κατέθεσε στη Νυρεμβέργη ο Ντίτερ Βισλίτσενι, συνεργάτης του Άντολφ Άιχμαν, δίνοντας στοιχεία για τον μηχανισμό των εκτοπισμών και της «Τελικής Λύσης».
Στην κατάθεσή του αναφέρθηκε και στη Θεσσαλονίκη, όπου είχε μεταβεί το 1943. Οι μαζικοί εκτοπισμοί που ακολούθησαν οδήγησαν δεκάδες χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στο Άουσβιτς.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή, το βιβλίο συνδέει τη Νυρεμβέργη με τη Θεσσαλονίκη και επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η διατήρηση αυτής της μνήμης αποτελεί ταυτόχρονα επένδυση στην παιδεία των επόμενων γενεών: στη γνώση του Ολοκαυτώματος, στην κατανόηση των συνεπειών του αντισημιτισμού και του ρατσισμού και στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι άνθρωποι πίσω από τη μεγάλη Ιστορία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προσωπικές μαρτυρίες που αναδεικνύει η έρευνα.
Ανάμεσά τους βρίσκεται η ιστορία της Αλεξάνδρας Ανδρούσσου, η οποία συμμετείχε στις ανακρίσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου ως δακτυλογράφος και διερμηνέας του Γάλλου ανακριτή Πιερ Μουνιέ, αλλά και εκείνη της Σαρλότ Κνόμπλοχ, που ως παιδί έζησε τη βία της Νύχτας των Κρυστάλλων.
Μέσα από τέτοιες προσωπικές ιστορίες, η Ιστορία παύει να αποτελεί μια απλή παράθεση ημερομηνιών και γεγονότων. Αποκτά πρόσωπο και μετατρέπεται σε εργαλείο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο οι πολιτικές αποφάσεις και οι θεσμικές καταρρεύσεις επηρεάζουν πραγματικούς ανθρώπους.
Το «Mein Kampf» που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα απρόσμενο εύρημα: ένα αντίτυπο του «Mein Kampf» που εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, τον Οκτώβριο του 1944.
Το βιβλίο περισυνέλεξε ένας νεαρός φοιτητής της Νομικής και μέλος της ΕΠΟΝ από βιβλιοφιλικό ενδιαφέρον και το διατήρησε για δεκαετίες στη βιβλιοθήκη του.
Η ιστορία του συγκεκριμένου αντιτύπου γίνεται αφετηρία για την εξέταση της μεταπολεμικής πορείας του πιο γνωστού κειμένου του ναζισμού, μέχρι την κριτική επιστημονική επανέκδοσή του στη Γερμανία το 2016 με εκτενή ιστορικό σχολιασμό.
Η κληρονομιά της Δίκης και ο SDG 16
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που εξετάζει το βιβλίο είναι κατά πόσο η Νυρεμβέργη αποτέλεσε «δικαιοσύνη των νικητών».
Το ερώτημα παρουσιάζεται ως μέρος της ιστορικής και νομικής συζήτησης γύρω από τη Δίκη. Παράλληλα, η Νυρεμβέργη συνδέθηκε καθοριστικά με την εξέλιξη αρχών του διεθνούς ποινικού δικαίου και με τη συζήτηση για την ατομική ευθύνη απέναντι σε διεθνή εγκλήματα.
Εδώ βρίσκεται και η ισχυρότερη σύνδεση του βιβλίου με τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο Στόχος 16 των Ηνωμένων Εθνών – Ειρήνη, Δικαιοσύνη και Ισχυροί Θεσμοί θέτει στο επίκεντρο ειρηνικές και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνίες, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και αποτελεσματικούς και υπεύθυνους θεσμούς.
Η ιστορική εμπειρία της Νυρεμβέργης υπενθυμίζει με τον πιο δραματικό τρόπο γιατί αυτοί οι θεσμοί έχουν σημασία.
Η βιωσιμότητα μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από το ενεργειακό της αποτύπωμα ή την οικονομική της ανάπτυξη. Μετριέται και από την ανθεκτικότητα της δημοκρατίας της, την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισονομία και τη δυνατότητα λογοδοσίας όταν παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα.
Ιστορική γνώση ως επένδυση στο μέλλον
Ο Σταύρος Τζίμας χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφική ματιά για να μετατρέψει τη Νυρεμβέργη από ένα κεφάλαιο των βιβλίων Ιστορίας σε καθρέφτη σύγχρονων κοινωνικών και θεσμικών προβληματισμών.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική σύνδεση του βιβλίου με τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Μια βιώσιμη κοινωνία χρειάζεται καθαρότερο περιβάλλον και ορθολογικότερη χρήση των πόρων της. Χρειάζεται όμως εξίσου ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, δικαιοσύνη, παιδεία, κοινωνική συνοχή και ενεργή ιστορική μνήμη.
Ογδόντα χρόνια μετά, επομένως, η κληρονομιά της Νυρεμβέργης δεν αφορά μόνο όσα συνέβησαν το 1945 και το 1946.
Αφορά και το πώς οι επόμενες γενιές επιλέγουν να θυμούνται, να εκπαιδεύονται και να οικοδομούν θεσμούς ικανούς να προστατεύσουν την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

