Η ξηρασία, η λειψυδρία και τα ακραία καιρικά φαινόμενα αλλάζουν τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη. Η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ελευθερία Μαρκοζάνη, αναδεικνύει τη σύνδεση της κλιματικής αλλαγής με τις μετακινήσεις πληθυσμών και εξηγεί γιατί η πράσινη μετάβαση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Η κλιματική κρίση δεν αλλάζει μόνο το φυσικό περιβάλλον. Επηρεάζει σταδιακά και τον τρόπο με τον οποίο ζουν, εργάζονται και μετακινούνται εκατομμύρια άνθρωποι, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες, η λειψυδρία, οι καταστροφικές πλημμύρες και οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές αυξάνουν τις πιέσεις σε περιοχές που αντιμετωπίζουν ήδη οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες.
Η σύνδεση της κλιματικής αλλαγής με τη μετανάστευση αποκτά έτσι ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου.
Σε συνέντευξή της στο ESG+stories, η Ελευθερία Μαρκοζάνη, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αναλύει πώς οι περιβαλλοντικές μεταβολές επηρεάζουν την ανθρώπινη κινητικότητα και γιατί η ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που αναδεικνύονται είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης που επικαλείται η συνέντευξη για τις εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών λόγω πυρκαγιών και πλημμυρών κατά την περίοδο 2008–2024.
Η κλιματική αλλαγή δεν προκαλεί από μόνη της μετανάστευση
Η σχέση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και μετακινήσεων πληθυσμών είναι σύνθετη.
Όπως επισημαίνει η Ελευθερία Μαρκοζάνη, οι κλιματικές μεταβολές δεν αποτελούν αυτοτελώς και σε κάθε περίπτωση αιτία μετανάστευσης.
Η απόφαση ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας να εγκαταλείψει τον τόπο κατοικίας της επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Η οικονομική κατάσταση, οι ευκαιρίες απασχόλησης, η κοινωνική προστασία, οι δημογραφικές πιέσεις και η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο.
Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή μπορεί να επιδεινώσει ήδη δύσκολες συνθήκες.
Για παράδειγμα, μια αγροτική περιοχή που αντιμετωπίζει παρατεταμένη ξηρασία μπορεί να δει την παραγωγή της να μειώνεται, τα εισοδήματα να περιορίζονται και την πρόσβαση στο νερό να γίνεται δυσκολότερη.
Όταν αυτές οι πιέσεις συνδυάζονται με οικονομική ανασφάλεια και περιορισμένες δυνατότητες προσαρμογής, η μετακίνηση μπορεί να αποτελέσει μία από τις διαθέσιμες επιλογές.
Η Μεσόγειος στο επίκεντρο των κλιματικών πιέσεων
Η Νότια Ευρώπη και ιδιαίτερα η Μεσόγειος αποτελούν περιοχές που αντιμετωπίζουν σημαντικούς κλιματικούς κινδύνους.
Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες, οι περίοδοι ξηρασίας, η λειψυδρία και οι δασικές πυρκαγιές επηρεάζουν το φυσικό περιβάλλον, την αγροτική παραγωγή και τις υποδομές.
Οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να δημιουργήσουν πιέσεις στις τοπικές κοινωνίες, ακόμη και χωρίς να οδηγούν απαραίτητα σε μόνιμη μετανάστευση.
Η καταστροφή μιας κατοικίας από πλημμύρα ή πυρκαγιά μπορεί να αναγκάσει τους κατοίκους να μετακινηθούν προσωρινά.
Σε άλλες περιπτώσεις, η παρατεταμένη υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης μπορεί να επηρεάσει τις μακροπρόθεσμες αποφάσεις εγκατάστασης.
Η διάκριση ανάμεσα στον προσωρινό εκτοπισμό και στη μόνιμη μετανάστευση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση του φαινομένου.
Περίπου 500.000 εσωτερικές μετακινήσεις στην Ευρώπη – Πρώτη η Ελλάδα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για το Κλίμα και την Υγεία που επικαλείται η καθηγήτρια.
Σύμφωνα με αυτά, περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στο εσωτερικό των χωρών τους κατά την περίοδο 2008–2024 εξαιτίας πυρκαγιών και πλημμυρών.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης, με την Ισπανία να ακολουθεί.
Το εύρημα αναδεικνύει τη σοβαρότητα των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η κλιματική κινητικότητα δεν αφορά αποκλειστικά πληθυσμούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι μετακινήσεις αυτές, ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίζονται αυτομάτως με μόνιμη μετανάστευση.
Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για προσωρινή απομάκρυνση κατοίκων από πληγείσες περιοχές, εξαιτίας άμεσου κινδύνου ή ζημιών σε κατοικίες και υποδομές.
Το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ενισχύσει τους μηχανισμούς διαχείρισης των μεταναστευτικών προκλήσεων μέσω του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Το νέο πλαίσιο τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026 και περιλαμβάνει ρυθμίσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση των κοινών διαδικασιών ασύλου, της διαχείρισης κρίσεων και της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται στη συνέντευξη, το Σύμφωνο δεν προβλέπει ειδικό καθεστώς για την κλιματική μετανάστευση.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τη δυσκολία νομικής και πολιτικής αντιμετώπισης ενός φαινομένου που συνδέεται με πολλαπλές αιτίες.
Η περιβαλλοντική υποβάθμιση μπορεί να επηρεάζει την ανθρώπινη κινητικότητα, αλλά δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα διεθνούς προστασίας βάσει ενός ξεχωριστού ευρωπαϊκού καθεστώτος «κλιματικού πρόσφυγα».
Η Ευρώπη επενδύει στην πρόληψη και στην ανθεκτικότητα
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν περιορίζεται στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.
Σημαντικό μέρος της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ συνδέεται με την προσπάθεια αντιμετώπισης των συνθηκών που μπορούν να ενισχύσουν την αναγκαστική μετακίνηση.
Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία με τρίτες χώρες περιλαμβάνει δράσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ενεργειακή μετάβαση, τη διαχείριση του νερού και την επισιτιστική ασφάλεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η περιοχή της Μεσογείου, όπου οι κλιματικές πιέσεις συνδυάζονται συχνά με οικονομικές και δημογραφικές προκλήσεις.
Η ενίσχυση των υποδομών και της παραγωγικής ανθεκτικότητας μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να παραμένουν στον τόπο τους, εφόσον το επιθυμούν.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης.
Η πράσινη μετάβαση ως εργαλείο κοινωνικής σταθερότητας
Η Ελευθερία Μαρκοζάνη αναδεικνύει τον ρόλο της πράσινης μετάβασης στη διατήρηση της κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Οι επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια, στη βιώσιμη γεωργία και στην ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων μπορούν να περιορίσουν την ευπάθεια των τοπικών κοινωνιών.
Για παράδειγμα, η βελτίωση της άρδευσης μπορεί να βοηθήσει τους αγρότες να αντιμετωπίσουν περιόδους λειψυδρίας.
Η πρόσβαση σε αξιόπιστες ενεργειακές υποδομές μπορεί να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα.
Η προστασία των υδάτινων πόρων μπορεί να μειώσει τις πιέσεις στην παραγωγή τροφίμων και στην καθημερινή ζωή.
Η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων δεν εξαλείφει τις αιτίες της μετανάστευσης, αλλά μπορεί να διευρύνει τις επιλογές των κατοίκων και να περιορίσει τον κίνδυνο αναγκαστικής μετακίνησης.
Η έκθεση Groundswell της Παγκόσμιας Τράπεζας
Σημαντικό σημείο αναφοράς αποτελεί η έκθεση Groundswell της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία εξετάζει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην εσωτερική μετανάστευση.
Η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία των έγκαιρων επενδύσεων στην κλιματική προσαρμογή και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να περιορίσουν την έκταση των αναγκαστικών μετακινήσεων που συνδέονται με την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Η προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως φαινόμενο που πρέπει οπωσδήποτε να αποτραπεί.
Αντίθετα, επιδιώκει να δημιουργήσει συνθήκες ώστε οι άνθρωποι να έχουν πραγματικές επιλογές για το μέλλον τους.
Τυνησία: Έξυπνη άρδευση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας
Ένα από τα παραδείγματα ευρωπαϊκών παρεμβάσεων που παρουσιάζονται στη συνέντευξη αφορά την Τυνησία.
Μέσω ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προωθούνται συστήματα έξυπνης άρδευσης, με στόχο την αποτελεσματικότερη χρήση των υδάτινων πόρων και τη στήριξη της βιώσιμης γεωργικής παραγωγής.
Η καλύτερη διαχείριση του νερού αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιοχές όπου οι ξηρασίες και η λειψυδρία δημιουργούν αυξανόμενες πιέσεις.
Οι επενδύσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και στη μείωση της περιβαλλοντικής ευπάθειας.
Αίγυπτος: Επενδύσεις σε νερό, τρόφιμα και ενέργεια
Αντίστοιχες παρεμβάσεις προωθούνται και στην Αίγυπτο.
Στο πλαίσιο του προγράμματος Nexus of Water, Food and Energy, επιδιώκεται η σύνδεση της διαχείρισης του νερού με την επισιτιστική ασφάλεια και την ενεργειακή ανάπτυξη.
Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει ότι οι τρεις τομείς είναι αλληλένδετοι.
Η παραγωγή τροφίμων χρειάζεται νερό και ενέργεια, ενώ η διαθεσιμότητα αυτών των πόρων επηρεάζει την οικονομική σταθερότητα.
Οι επενδύσεις εντάσσονται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική Global Gateway, η οποία περιλαμβάνει πρωτοβουλίες υποδομών και βιώσιμης ανάπτυξης σε συνεργασία με τρίτες χώρες.
Ρουάντα: Το πρόγραμμα Green Gicumbi
Ένα ακόμη παράδειγμα προέρχεται από τη Ρουάντα.
Το πρόγραμμα Green Gicumbi, με χρηματοδότηση από το Green Climate Fund, περιλαμβάνει δράσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας τοπικών κοινωνιών απέναντι στις κλιματικές μεταβολές.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η γεωργία, η διαχείριση των υδάτινων πόρων και η επισιτιστική ασφάλεια.
Τέτοιες παρεμβάσεις επιδιώκουν να μειώσουν την ευπάθεια των νοικοκυριών και να στηρίξουν τις δυνατότητες τοπικής ανάπτυξης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η καθηγήτρια για τα ευρωπαϊκά παραδείγματα που βρίσκονται ακόμη σε υλοποίηση, δεν υπάρχουν προς το παρόν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα συγκεκριμένα έργα έχουν ήδη μειώσει την κλιματική μετανάστευση.
Η διάκριση ανάμεσα στον επιδιωκόμενο στόχο και στο αποδεδειγμένο αποτέλεσμα είναι σημαντική για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια νέα πρόκληση
Για την Ελλάδα, η συζήτηση για την κλιματική κινητικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές, οι καταστροφικές πλημμύρες και οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας μπορούν να επηρεάζουν άμεσα τη ζωή των κατοίκων και τη λειτουργία των τοπικών οικονομιών.
Η προστασία των οικισμών, η αποτελεσματική πολιτική προστασία, η αποκατάσταση των υποδομών και η διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελούν σημαντικές παραμέτρους προσαρμογής.
Παράλληλα, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της αγροτικής παραγωγής μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας σε περιοχές που αντιμετωπίζουν αυξανόμενες περιβαλλοντικές πιέσεις.
Η πρόκληση δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών όταν αυτές εκδηλώνονται.
Αφορά και τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στις τοπικές κοινωνίες να ανακάμπτουν και να συνεχίζουν να αναπτύσσονται.
Η κλιματική πολιτική συνδέεται πλέον με την κοινωνική συνοχή
Η ανάλυση της Ελευθερίας Μαρκοζάνη αναδεικνύει μια ευρύτερη διάσταση της κλιματικής κρίσης.
Η προσαρμογή στις περιβαλλοντικές μεταβολές δεν αποτελεί μόνο ζήτημα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Συνδέεται με την κοινωνική συνοχή, την οικονομική ασφάλεια, τη διατήρηση των εισοδημάτων και τη δυνατότητα των ανθρώπων να σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Η πράσινη μετάβαση μπορεί να συμβάλει σε αυτή την προσπάθεια, εφόσον συνοδεύεται από ουσιαστικές επενδύσεις και αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καλύτερη διαχείριση των μετακινήσεων πληθυσμών, αλλά η δημιουργία ανθεκτικών κοινωνιών στις οποίες οι άνθρωποι θα μπορούν να παραμένουν και να ευημερούν, ακόμη και υπό τις νέες κλιματικές συνθήκες.
Η σύνδεση της κλιματικής προσαρμογής με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία αναδεικνύεται έτσι σε σημαντική προτεραιότητα για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για τις χώρες της Μεσογείου.

