Σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινδύνους για τις επιχειρήσεις εξελίσσεται η ακραία ζέστη, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει την παραγωγικότητα των εργαζομένων, περιορίζει τις παραγωγικές ώρες και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα λειτουργικά κόστη και στα εταιρικά έσοδα. Σύμφωνα με νέα μελέτη της MSCI, οι σημερινές απώλειες παραγωγικότητας λόγω θερμικής καταπόνησης εκτιμώνται σε περίπου 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί στο 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η μελέτη, με τίτλο «Too Hot to Work? How rising heat affects companies, productivity and economic output», αναδεικνύει τις οικονομικές συνέπειες της αύξησης της θερμοκρασίας και εξετάζει πώς οι κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η θερμική καταπόνηση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ζήτημα προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Συνιστά ταυτόχρονα έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την παραγωγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις οικονομικές επιδόσεις.
Η ακραία ζέστη μειώνει τις παραγωγικές ώρες εργασίας
Η MSCI εξετάζει την επίδραση της ζέστης στην παραγωγικότητα χρησιμοποιώντας έναν δείκτη θερμικής καταπόνησης που συνδυάζει τη θερμοκρασία και την υγρασία.
Η επίδραση διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της εργασίας και τις συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται.
Οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε εξωτερικούς χώρους και εκτελούν σωματικά απαιτητικές δραστηριότητες εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις υψηλές θερμοκρασίες.
Αντίθετα, οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε εσωτερικούς χώρους με επαρκή κλιματισμό παρουσιάζουν μεγαλύτερη προστασία από τις επιπτώσεις της θερμικής καταπόνησης.
Η αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε συχνότερα διαλείμματα, περιορισμό των ωρών εργασίας και μείωση της έντασης της παραγωγικής δραστηριότητας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συνέχιση της εργασίας υπό ακραίες θερμικές συνθήκες μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων.
Απώλειες 3,9 τρισ. δολαρίων ετησίως
Σύμφωνα με τη μοντελοποίηση της MSCI, η σημερινή οικονομική επιβάρυνση από τη μείωση της παραγωγικότητας λόγω ζέστης υπολογίζεται σε περίπου 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Το ποσό αντιστοιχεί στο 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ, πριν συνυπολογιστεί η φυσιολογική προσαρμογή του ανθρώπινου οργανισμού σε θερμότερες συνθήκες.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι οι απώλειες θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες.
Σε χρονικό ορίζοντα 75 ετών, η μελέτη εξετάζει τρία διαφορετικά κλιματικά σενάρια:
- Σενάριο χαμηλών εκπομπών SSP1-2.6: Οι απώλειες παραγωγικότητας εκτιμώνται στο 2,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
- Ενδιάμεσο σενάριο SSP2-4.5: Η οικονομική επιβάρυνση αυξάνεται στο 2,5%.
- Σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών SSP5-8.5: Οι απώλειες φτάνουν στο 3,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, η εκτιμώμενη επιβάρυνση είναι περίπου 65% υψηλότερη από τη σημερινή.
Οι υπολογισμοί βασίζονται στην παραδοχή ότι το μέγεθος και η διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας παραμένουν σταθερά, ώστε να απομονωθεί η επίδραση της αύξησης της θερμοκρασίας.
Η φυσιολογική προσαρμογή του ανθρώπινου οργανισμού μπορεί να περιορίσει μέρος των απωλειών, χωρίς όμως να εξαλείψει τον κίνδυνο.
Στο σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών, η εκτιμώμενη απώλεια μειώνεται από 3,3% σε 2,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ όταν συνυπολογίζεται αυτή η προσαρμογή.
Σε εξαιρετικά θερμά έτη, ωστόσο, οι απώλειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και το 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το καλοκαίρι του 2026 ανέδειξε τις οικονομικές συνέπειες στην Ευρώπη
Η μελέτη χρησιμοποιεί το καλοκαίρι του 2026 στην Ευρώπη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιπτώσεων της ακραίας ζέστης στην πραγματική οικονομία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η Δυτική Ευρώπη κατέγραψε το θερμότερο καλοκαίρι της ιστορίας της, με θερμοκρασίες κατά 2,54 βαθμούς Κελσίου υψηλότερες από τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020.
Οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες από τον Μάιο έως τον Ιούλιο προκάλεσαν σημαντικές πιέσεις σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας.
Η αυξημένη χρήση κλιματιστικών συστημάτων ενίσχυσε τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλλοντας στην άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών.
Παράλληλα, στη Γαλλία, οι υψηλές θερμοκρασίες των ποταμών περιόρισαν τη δυνατότητα ψύξης πυρηνικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την EDF σε μείωση της παραγωγικής ισχύος κατά 4,1 GW.
Σημαντικές ήταν και οι επιπτώσεις στον αγροτικό τομέα.
Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειχναν ότι οι αποδόσεις αρκετών σημαντικών θερινών καλλιεργειών μπορούσαν να διαμορφωθούν κατά 7% έως 15% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Παράλληλα, περίπου 130 εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ευρώπη εκτιμάται ότι εκτίθενται σε υπερβολική ζέστη κατά τη διάρκεια του έτους.
Οι κατασκευές και η αγροδιατροφή στους πιο ευάλωτους κλάδους
Η έκθεση της MSCI αναδεικνύει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των οικονομικών κλάδων.
Υπό τις σημερινές κλιματικές συνθήκες, ο τομέας των ακινήτων παρουσιάζει τη μεγαλύτερη σχετική απώλεια παραγωγικότητας, η οποία εκτιμάται στο 4,7% της οικονομικής παραγωγής του κλάδου.
Η αυξημένη έκθεση συνδέεται κυρίως με την κατασκευαστική δραστηριότητα, όπου μεγάλο μέρος της εργασίας πραγματοποιείται σε εξωτερικούς χώρους και απαιτεί έντονη σωματική προσπάθεια.
Ακολουθεί ο κλάδος των βασικών καταναλωτικών αγαθών, με εκτιμώμενη απώλεια 2,6%.
Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει δραστηριότητες που σχετίζονται με τη γεωργία και την παραγωγή τροφίμων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις υψηλές θερμοκρασίες.
Στους υπόλοιπους εννέα κλάδους που εξετάζει η MSCI, οι εκτιμώμενες απώλειες κυμαίνονται μεταξύ 0,6% και 1,8%.
Στο ενδιάμεσο κλιματικό σενάριο, οι απώλειες στον τομέα των ακινήτων αυξάνονται από 4,7% σήμερα σε 5,7% σε βάθος 75 ετών.
Αντίστοιχα, στον κλάδο των βασικών καταναλωτικών αγαθών, η επιβάρυνση αυξάνεται από 2,6% σε 3,3%.
Έως και 92% μείωση της παραγωγικής ικανότητας σε ακραίες συνθήκες
Ένα από τα πλέον ανησυχητικά ευρήματα αφορά την επίδραση της πολύ υψηλής θερμικής καταπόνησης στη βαριά σωματική εργασία.
Σύμφωνα με το μοντέλο της MSCI, όταν ο δείκτης WBGT φτάνει τους 40 βαθμούς Κελσίου, η παραγωγική ικανότητα σε βαριά εργασία εξωτερικού χώρου μπορεί να περιοριστεί μόλις στο 8% του φυσιολογικού επιπέδου.
Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση της παραγωγικότητας κατά περίπου 92%.
Ο δείκτης WBGT δεν ταυτίζεται με τη συνηθισμένη θερμοκρασία αέρα, καθώς αποτυπώνει τη θερμική επιβάρυνση λαμβάνοντας υπόψη πρόσθετους περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Το εύρημα αναδεικνύει τη σημασία των μέτρων προστασίας των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες όπως οι κατασκευές, η γεωργία και οι υπαίθριες βιομηχανικές εργασίες.
Η Ασία και ο Ειρηνικός αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική έκθεση
Η γεωγραφική κατανομή των επιπτώσεων παρουσιάζει επίσης σημαντικές διαφορές.
Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού εμφανίζει σήμερα τις υψηλότερες εκτιμώμενες απώλειες παραγωγικότητας λόγω ζέστης.
Σύμφωνα με τη MSCI, η οικονομική επιβάρυνση στην περιοχή φτάνει το 2,8% του περιφερειακού ΑΕΠ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Στην Αμερική, οι απώλειες υπολογίζονται στο 1,7% του ΑΕΠ, ή περίπου 809 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στην ευρύτερη περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής, η αντίστοιχη επιβάρυνση εκτιμάται στο 1,1%, ή περίπου 668 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στο ενδιάμεσο κλιματικό σενάριο SSP2-4.5, οι απώλειες σε βάθος 75 ετών αυξάνονται στο 3,5% του ΑΕΠ στην Ασία-Ειρηνικό, στο 2,2% στην Αμερική και στο 1,4% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Η μεγαλύτερη ευαλωτότητα της Ασίας-Ειρηνικού συνδέεται τόσο με τις κλιματικές συνθήκες όσο και με τη διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Στην περιοχή, οι τέσσερις κλάδοι με τη μεγαλύτερη ευαισθησία στη ζέστη —ακίνητα, βασικά καταναλωτικά αγαθά, βιομηχανία και πρώτες ύλες— αντιπροσωπεύουν το 51% της οικονομικής δραστηριότητας.
Το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 47% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική και στο 42% στην Αμερική.
Το 81% των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών εμφανίζει έκθεση στον κίνδυνο
Η MSCI εξετάζει επίσης τις πιθανές επιπτώσεις της θερμικής καταπόνησης σε εισηγμένες επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον δείκτη MSCI ACWI.
Η ανάλυση συνδέει τις φυσικές εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων με τις τοπικές συνθήκες θερμότητας και το είδος των δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται σε κάθε τοποθεσία.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι περίπου το 81% των εταιρειών που εξετάστηκαν εμφανίζει κάποια εκτιμώμενη επίπτωση στα έσοδά του λόγω μειωμένης παραγωγικότητας.
Μεταξύ των επιχειρήσεων που επηρεάζονται, η διάμεση εκτιμώμενη απώλεια αντιστοιχεί στο 1,25% των εσόδων.
Για το 19% των εταιρειών, περισσότερο από το 2% των εσόδων εκτιμάται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο.
Σε 32 επιχειρήσεις, που αντιστοιχούν στο 1,4% των εταιρειών του δείκτη, η έκθεση υπερβαίνει το 5% των εσόδων.
Από αυτές, οι 20 δραστηριοποιούνται στον τομέα των ακινήτων και βρίσκονται κυρίως σε αγορές της Ασίας-Ειρηνικού.
Η MSCI διευκρινίζει ότι τα στοιχεία αποτελούν αποτελέσματα μοντελοποίησης και όχι πραγματικές καταγεγραμμένες οικονομικές απώλειες.
Στα 357 δισ. δολάρια η εκτιμώμενη επιβάρυνση των εταιρικών εσόδων
Σε επίπεδο επιχειρήσεων του δείκτη MSCI ACWI, η συνολική εκτιμώμενη επιβάρυνση των εσόδων από τη μείωση της παραγωγικότητας λόγω ζέστης φτάνει τα 357 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η φυσιολογική προσαρμογή στις υψηλές θερμοκρασίες θα μπορούσε να περιορίσει το ποσό κατά περίπου 17%, στα 298 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της βιομηχανίας.
Παρότι η σχετική απώλεια παραγωγικότητας στον συγκεκριμένο κλάδο εκτιμάται στο 1,7% των εσόδων, η συνολική οικονομική επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω του μεγέθους του.
Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 18% των συνολικών εσόδων των εταιρειών του δείκτη.
Ωστόσο, συγκεντρώνουν το 24% των συνολικών εκτιμώμενων απωλειών σε δολάρια, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κλάδων που εξετάστηκαν.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η οικονομική σημασία ενός κλιματικού κινδύνου εξαρτάται όχι μόνο από την έντασή του, αλλά και από το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας που επηρεάζεται.
Σχεδόν τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις δεν δημοσιοποιούν μέτρα προσαρμογής
Παρά τη σημαντική οικονομική έκθεση, η μελέτη καταγράφει κενά στην ενημέρωση των επενδυτών σχετικά με τα μέτρα αντιμετώπισης της ακραίας ζέστης.
Σχεδόν το 40% των εταιρειών του MSCI ACWI δεν δημοσιοποιεί συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής στον συγκεκριμένο κίνδυνο.
Η απουσία σχετικής γνωστοποίησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια επιχείρηση δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας.
Ωστόσο, περιορίζει τη δυνατότητα αξιολόγησης της ετοιμότητάς της από επενδυτές και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.
Από τις δράσεις προσαρμογής που εντοπίστηκαν, το 45% αφορά την παρακολούθηση και αξιολόγηση των κινδύνων.
Το 30% συνδέεται με επενδύσεις σε υποδομές, ενώ το 12% αφορά πολιτικές και ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης.
Η MSCI επισημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην παρακολούθηση ενός κινδύνου και στην εφαρμογή μέτρ

