Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική σε σχέση με αρκετές από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες προβλέψεις της DBRS. Το σημαντικό, ωστόσο, για την επόμενη ημέρα δεν είναι μόνο το ύψος του ΑΕΠ, αλλά και η ποιότητα της ανάπτυξης: κατά πόσο δηλαδή μπορεί να είναι ανθεκτική, πράσινη, κοινωνικά συμπεριληπτική και βιώσιμη σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του οίκου, η Ελλάδα αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 1,8% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Την ίδια στιγμή, μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, αναμένεται να κινηθούν με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς.
Η σχετική υπεραπόδοση της Ελλάδας δημιουργεί ένα σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας. Η ανάπτυξη μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος εφόσον κατευθυνθεί σε επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και παράλληλα περιορίζουν το περιβαλλοντικό και ενεργειακό αποτύπωμα της οικονομίας.
Από την οικονομική μεγέθυνση στη βιώσιμη ανάπτυξη
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να διατηρηθούν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης. Είναι να αξιοποιηθούν για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, την αναβάθμιση των υποδομών, την ψηφιοποίηση της οικονομίας, την ενίσχυση της καινοτομίας και τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Η ίδια η διεθνής συγκυρία αναδεικνύει αυτή την ανάγκη. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι έντονες μεταβολές στις τιμές του πετρελαίου υπενθυμίζουν ότι η ενεργειακή εξάρτηση αποτελεί όχι μόνο περιβαλλοντικό αλλά και οικονομικό κίνδυνο.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό δυναμικό σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, των δικτύων, της αποθήκευσης ενέργειας και της ενεργειακής αποδοτικότητας μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως αναπτυξιακή, περιβαλλοντική και γεωπολιτική επένδυση.
Η ενεργειακή μετάβαση, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά την επίτευξη κλιματικών στόχων. Συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε εξωτερικές κρίσεις.
Θετικό μήνυμα και από την αγορά εργασίας
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι προβλέψεις για την απασχόληση. Η DBRS εκτιμά ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 8,3% το 2026 και θα υποχωρήσει περαιτέρω στο 7,8% το 2027.
Η αποκλιμάκωση της ανεργίας αποτελεί θετική εξέλιξη, όμως η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί ένα ακόμη βήμα: περισσότερες θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας και ανάπτυξη δεξιοτήτων που σχετίζονται με την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Οι νέες επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, κυκλική οικονομία, τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη και σύγχρονες υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, περισσότερο εξωστρεφές και λιγότερο ευάλωτο στις διεθνείς διακυμάνσεις.
Η τεχνολογία αλλάζει το παγκόσμιο επενδυτικό τοπίο
Η DBRS επισημαίνει παράλληλα τη μεγάλη διεθνή επενδυτική κινητικότητα γύρω από την τεχνολογία και ιδιαίτερα την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τις ενεργειακές υποδομές που απαιτούνται για την υποστήριξή της.
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τη βιωσιμότητα της νέας ψηφιακής οικονομίας. Η τεχνητή νοημοσύνη και τα μεγάλα κέντρα δεδομένων αυξάνουν σημαντικά τις απαιτήσεις για ηλεκτρική ενέργεια και υποδομές. Συνεπώς, η τεχνολογική ανάπτυξη των επόμενων ετών θα πρέπει να συμβαδίσει με επενδύσεις σε καθαρή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ισχυρότερα δίκτυα και αποθήκευση.
Για την Ελλάδα, η σύγκλιση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης μπορεί να αποτελέσει σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία.
Το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα
Οι προβλέψεις της DBRS δείχνουν ότι η Ελλάδα εισέρχεται στην επόμενη διετία με καλύτερη αναπτυξιακή εικόνα από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας, όμως, δεν θα είναι μόνο εάν η χώρα πετύχει ανάπτυξη 1,8%.
Θα είναι το κατά πόσο αυτή η ανάπτυξη θα οδηγήσει σε μια οικονομία περισσότερο παραγωγική και ενεργειακά αυτόνομη, με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καλύτερες υποδομές και περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Γιατί η ανάπτυξη μπορεί να μετριέται σε ποσοστά. Η βιώσιμη ανάπτυξη, όμως, μετριέται και στο πόσο ισχυρή οικονομία και κοινωνία αφήνει για την επόμενη γενιά.

