Μια μεγάλη δασική πυρκαγιά δεν αφήνει πίσω της μόνο καμένα δέντρα και απώλεια βιοποικιλότητας. Μπορεί να μεταβάλει σημαντικά και τις θερμοκρασιακές συνθήκες μιας περιοχής, δημιουργώντας επιπτώσεις που συνεχίζονται πολύ μετά την κατάσβεση της τελευταίας εστίας.
Αυτό αποτυπώνουν δορυφορικά δεδομένα που ανέλυσε η μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών μετά την καταστροφική πυρκαγιά στην περιοχή του Πόρτο Γερμενού στη Δυτική Αττική.
Στο εσωτερικό της καμένης έκτασης, η θερμοκρασία της επιφάνειας του εδάφους καταγράφηκε μετά την πυρκαγιά αυξημένη κατά 12 έως 14 βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με την περίοδο πριν από αυτή.
Μια εντυπωσιακή διαφορά που δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η δασική βλάστηση στη ρύθμιση των τοπικών θερμοκρασιών.
Τι έδειξε ο Landsat-9
Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης από τον Landsat-9.
Οι επιστήμονες συνέκριναν δύο χρονικές στιγμές με παρόμοιες καιρικές συνθήκες: την 31η Ιουλίου 2026, πριν από τη μεγάλη πυρκαγιά, και τη 16η Αυγούστου 2026, λίγες ημέρες μετά το συμβάν.
Η σύγκριση ανέδειξε μια σαφή διαφοροποίηση στο εσωτερικό της καμένης περιοχής.
Ενώ σε αρκετές άλλες περιοχές παρατηρήθηκαν διαφορές της τάξης των 2-4°C, οι οποίες μπορούν να συνδέονται με τις φυσιολογικές μεταβολές των καιρικών συνθηκών μεταξύ των δύο ημερομηνιών, μέσα στην καμένη έκταση η αύξηση έφτασε τους 12-14°C.
Σύμφωνα με το ΜΕΤΕΟ/ΕΑΑ, η απώλεια της βλάστησης φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση στο ενεργειακό ισοζύγιο της περιοχής, οδηγώντας σε πολύ υψηλότερες επιφανειακές θερμοκρασίες.
Γιατί ένα καμένο δάσος θερμαίνεται περισσότερο
Η βλάστηση λειτουργεί ως ένας φυσικός μηχανισμός κλιματισμού.
Τα δέντρα δημιουργούν σκιά και περιορίζουν την ποσότητα της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει απευθείας στο έδαφος. Παράλληλα, μέσω της εξατμισοδιαπνοής, νερό μεταφέρεται από το έδαφος και τα φυτά προς την ατμόσφαιρα, διαδικασία που συμβάλλει στη φυσική ψύξη του περιβάλλοντος.
Όταν μια πυρκαγιά απομακρύνει μεγάλο μέρος αυτής της βλάστησης, το έδαφος μένει περισσότερο εκτεθειμένο στην ηλιακή ακτινοβολία και μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο η επιφάνεια απορροφά, αποθηκεύει και αποδίδει θερμότητα.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερες θερμοκρασίες στην καμένη περιοχή.
Από το έδαφος στο μικροκλίμα
Οι επιστήμονες διευκρινίζουν μία κρίσιμη παράμετρο: οι συγκεκριμένες δορυφορικές μετρήσεις αφορούν τη θερμοκρασία της επιφάνειας του εδάφους και όχι τη θερμοκρασία του αέρα.
Αυτό σημαίνει ότι η καταγεγραμμένη αύξηση των 12-14°C δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αντίστοιχη άνοδος της θερμοκρασίας που θα έδειχνε ένα συμβατικό θερμόμετρο αέρα.
Ωστόσο, οι δύο παράμετροι δεν είναι ανεξάρτητες.
Όπως εξηγεί το ΜΕΤΕΟ/ΕΑΑ, η σημαντική θέρμανση της επιφάνειας μπορεί να επηρεάσει τον αέρα που βρίσκεται κοντά στο έδαφος και, κατά συνέπεια, το τοπικό μικροκλίμα.
Έτσι δημιουργείται μια πρόσθετη διάσταση των συνεπειών μιας μεγάλης δασικής πυρκαγιάς: η περιοχή δεν χάνει μόνο τη βλάστησή της, αλλά μπορεί να γίνεται και θερμότερη.
Οι πυρκαγιές αφήνουν ένα δεύτερο κλιματικό αποτύπωμα
Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου οι δασικές πυρκαγιές και οι περίοδοι ακραίας ζέστης αποτελούν δύο αλληλένδετες προκλήσεις της κλιματικής κρίσης.
Μετά από μια μεγάλη φωτιά, η απώλεια της φυτοκάλυψης μπορεί να αυξήσει τη θερμική επιβάρυνση, ενώ παράλληλα το έδαφος γίνεται περισσότερο ευάλωτο στη διάβρωση και στις έντονες βροχοπτώσεις.
Η αποκατάσταση των καμένων οικοσυστημάτων αποκτά επομένως ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο την επιστροφή του πράσινου ή την προστασία της βιοποικιλότητας, αλλά και την αποκατάσταση των φυσικών λειτουργιών που ρυθμίζουν τη θερμοκρασία, το νερό και το έδαφος.
Παράλληλα, η αξιοποίηση δορυφορικών συστημάτων όπως ο Landsat-9 προσφέρει τη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης αυτών των αλλαγών σε μεγάλη κλίμακα.
Τα δεδομένα από το Πόρτο Γερμενό αποτυπώνουν τελικά με αριθμούς κάτι που συχνά δεν είναι άμεσα ορατό μετά από μια πυρκαγιά: όταν χάνεται ένα δάσος, δεν αλλάζει μόνο το τοπίο. Μπορεί να αλλάζει και το ίδιο το μικροκλίμα της περιοχής.

