Η πορεία της Ελλάδας από τη δημοσιονομική κρίση στην οικονομική ανάκαμψη προσελκύει το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Σε πρόσφατη ανάλυσή του, το Bloomberg παρουσιάζει την ελληνική εμπειρία ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεσματικής αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, επισημαίνοντας ότι το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για χώρες που αναζητούν νέους τρόπους χρηματοδότησης της ανάπτυξης χωρίς να διαταράσσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα κατάφερε μέσα σε μία δεκαετία να μετατρέψει μια βαθιά οικονομική κρίση σε ευκαιρία ανασυγκρότησης, μειώνοντας σημαντικά το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανακτώντας την επενδυτική βαθμίδα και ενισχύοντας την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές.
Το Growthfund ως μοχλός επενδύσεων
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραμάτισε το Growthfund (Υπερταμείο), το οποίο δημιουργήθηκε με στόχο τη βελτίωση της διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας και την αξιοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων με μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική.
Τα τελευταία χρόνια, ο οργανισμός έχει συμβάλει στην αξιοποίηση ακινήτων, στη βελτίωση της λειτουργίας δημόσιων επιχειρήσεων, στην αναβάθμιση βασικών υποδομών και στην ενίσχυση των δημόσιων εσόδων, τα οποία αξιοποιήθηκαν τόσο για τη μείωση του δημόσιου χρέους όσο και για τη χρηματοδότηση νέων αναπτυξιακών δράσεων.
Η μετάβαση του οργανισμού στη νέα μορφή του, ως Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Ανάπτυξης (Hellenic Growth Fund), σηματοδοτεί μια νέα φάση, καθώς μέρος των ετήσιων κερδών θα επανεπενδύεται σε τομείς υψηλής στρατηγικής σημασίας, όπως οι υποδομές, η καθαρή ενέργεια, οι μεταφορές, οι ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη.
Επενδύσεις με αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα
Το νέο επενδυτικό μοντέλο βασίζεται στη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο την κινητοποίηση πρόσθετων κεφαλαίων για έργα που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η δημιουργία ειδικών επενδυτικών εργαλείων για τις υποδομές και την καινοτομία φιλοδοξεί να επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό, να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να προσελκύσει νέες παραγωγικές επενδύσεις.
Παράλληλα, το ελληνικό παράδειγμα αποδεικνύει ότι ακόμη και χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος μπορούν να δημιουργήσουν αναπτυξιακό χώρο, αξιοποιώντας αποτελεσματικά τα υφιστάμενα περιουσιακά τους στοιχεία αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε νέο δανεισμό.
Η βιώσιμη ανάπτυξη στο επίκεντρο
Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς προωθεί ένα μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης που βασίζεται στη μακροχρόνια αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, στην ενίσχυση της καινοτομίας και στη δημιουργία ποιοτικών επενδύσεων με διαρκές κοινωνικό και οικονομικό όφελος.
Οι επενδύσεις σε σύγχρονες υποδομές, στην πράσινη ενέργεια, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στις νέες τεχνολογίες συμβάλλουν στη δημιουργία μιας πιο ανθεκτικής οικονομίας, ικανής να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και του διεθνούς ανταγωνισμού. Παράλληλα, ενισχύουν την παραγωγικότητα, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Η ελληνική εμπειρία ευθυγραμμίζεται με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ιδιαίτερα με τον Στόχο 8 για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και αξιοπρεπή εργασία, τον Στόχο 9 για καινοτομία και ανθεκτικές υποδομές, τον Στόχο 11 για βιώσιμες πόλεις και τον Στόχο 17, που ενισχύει τις συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Η διεθνής αναγνώριση από το Bloomberg επιβεβαιώνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να αποτελέσει εργαλείο όχι μόνο δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά και μακροπρόθεσμης βιώσιμης ανάπτυξης. Το ελληνικό παράδειγμα δείχνει πως η αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, όταν συνοδεύεται από στρατηγικό σχεδιασμό και επενδύσεις στην καινοτομία, μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης για τις επόμενες γενιές.

