Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ 177 χωρών στον Δείκτη Περιβαλλοντικών Επιδόσεων (Environmental Performance Index – EPI) 2026, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση των περιβαλλοντικών της επιδόσεων και τη σταδιακή ενίσχυση των πολιτικών που συνδέονται με τη βιώσιμη ανάπτυξη. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η διεθνής αξιολόγηση αναδεικνύει ότι η παγκόσμια κοινότητα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την επίτευξη των στόχων για την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιτάχυνση των δράσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται κυρίως ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που αντανακλά τη συστηματική εφαρμογή πολιτικών για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την ενεργειακή μετάβαση, την προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και τη βελτίωση της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Η θέση της Ελλάδας ανάμεσα στις κορυφαίες χώρες αποτυπώνει τη σημασία της συνέχισης επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την περιβαλλοντική προστασία, την κυκλική οικονομία και την ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Ο Δείκτης Περιβαλλοντικών Επιδόσεων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διεθνή εργαλεία αξιολόγησης της περιβαλλοντικής πολιτικής, εξετάζοντας τις επιδόσεις των χωρών σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που περιλαμβάνουν την περιβαλλοντική υγεία, την προστασία της βιοποικιλότητας, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, την ποιότητα του αέρα και των υδάτων, καθώς και τις δράσεις για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Η αξιολόγηση βασίζεται σε δεκάδες εξειδικευμένους δείκτες και αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες, όπως δορυφορικά δεδομένα και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες βελτιώνουν την ακρίβεια και τη διαφάνεια των μετρήσεων.
Η φετινή έκθεση επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε αρκετές χώρες, οι σημερινοί ρυθμοί μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παραμένουν ανεπαρκείς για την επίτευξη των διεθνών κλιματικών στόχων. Η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η διεύρυνση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η εφαρμογή πολιτικών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση μιας οικονομίας χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην προστασία της βιοποικιλότητας και των φυσικών οικοσυστημάτων, τα οποία διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας, στην αποθήκευση άνθρακα και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η ενσωμάτωση νέων δεικτών για την αξιολόγηση οικοσυστημάτων που μέχρι σήμερα δεν αποτυπώνονταν επαρκώς ενισχύει την πληρότητα της διεθνούς αξιολόγησης και συμβάλλει στη διαμόρφωση πιο ολοκληρωμένων περιβαλλοντικών πολιτικών.
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει ότι η αποτελεσματική περιβαλλοντική διακυβέρνηση, η διαφάνεια, η επιστημονική τεκμηρίωση και οι στοχευμένες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων μιας χώρας. Αν και το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης επηρεάζει τις δυνατότητες εφαρμογής περιβαλλοντικών πολιτικών, η εμπειρία δείχνει ότι η επιτυχία εξαρτάται κυρίως από τη συνέπεια, τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των θεσμών.
Η θέση της Ελλάδας στον Δείκτη Περιβαλλοντικών Επιδόσεων αποτελεί μια θετική ένδειξη για την πορεία της χώρας προς ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο. Ωστόσο, η επίτευξη των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης απαιτεί τη συνέχιση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια, στην προστασία των φυσικών πόρων, στην κυκλική οικονομία, στη βιώσιμη διαχείριση των οικοσυστημάτων και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Η ενίσχυση αυτών των πολιτικών θα συμβάλει τόσο στην προστασία του περιβάλλοντος όσο και στη δημιουργία μιας πιο ανθεκτικής, ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομίας για τις επόμενες γενιές.

