Η δημόσια διαβούλευση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο επιχειρεί να συνδέσει την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με την προστασία της βιοποικιλότητας, του τοπίου και της φέρουσας ικανότητας των περιοχών.
Ένα νέο μοντέλο χωρικού σχεδιασμού για την ενεργειακή μετάβαση επιχειρεί να διαμορφώσει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μέσω της δημόσιας διαβούλευσης για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).
Η πρόταση εισάγει για πρώτη φορά ένα περισσότερο συντονισμένο και ολοκληρωμένο πλαίσιο σχεδιασμού, καθώς προχωρά παράλληλα με την αναθεώρηση των χωροταξικών πλαισίων για τον τουρισμό και τη βιομηχανία, επιδιώκοντας τη λειτουργική σύνδεση διαφορετικών χρήσεων γης και τη μείωση συγκρούσεων μεταξύ παραγωγικών δραστηριοτήτων και περιβαλλοντικής προστασίας.
Η νέα προσέγγιση αντανακλά μια ευρύτερη αντίληψη βιώσιμης ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ενεργειακή μετάβαση δεν αξιολογείται αποκλειστικά με όρους αύξησης εγκατεστημένης ισχύος, αλλά και με βάση την προστασία των οικοσυστημάτων, τη διατήρηση της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και την κοινωνική αποδοχή των επενδύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνονται αυστηρότεροι κανόνες χωροθέτησης για φωτοβολταϊκούς και αιολικούς σταθμούς, με στόχο την προστασία περιοχών υψηλής περιβαλλοντικής και πολιτιστικής αξίας.
Για τα φωτοβολταϊκά προβλέπεται η απαγόρευση εγκατάστασης σε περιοχές του δικτύου Natura 2000, σε δάση και δασικές εκτάσεις, σε υγροτόπους Ραμσάρ, εθνικούς δρυμούς, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, προστατευόμενες αναβαθμίδες, αρχαιολογικές ζώνες και άλλες περιοχές αυξημένης οικολογικής ή πολιτιστικής ευαισθησίας. Παράλληλα, εισάγονται όρια χωρικής κάλυψης και νέες απαιτήσεις αξιολόγησης της οπτικής επίδρασης στο τοπίο.
Αντίστοιχα, για τα αιολικά έργα τίθενται περιορισμοί σε μητροπολιτικές περιοχές, σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου, σε προστατευόμενα οικοσυστήματα, σε περιοχές υψηλής τουριστικής ανάπτυξης και σε μικρά νησιά, ενώ ενισχύεται η σύνδεση των αποφάσεων χωροθέτησης με κριτήρια φέρουσας ικανότητας και πραγματικών περιβαλλοντικών δεδομένων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ειδική αντιμετώπιση των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), όπου προβλέπονται αυστηρές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση αιολικών έργων, επιδιώκοντας μεγαλύτερη συμβατότητα μεταξύ ενεργειακής πολιτικής και διατήρησης της βιοποικιλότητας.
Παράλληλα, διατηρείται η ασφάλεια δικαίου για έργα που έχουν ήδη προχωρήσει σε στάδιο λειτουργίας ή περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ενώ εξαιρούνται συγκεκριμένες κατηγορίες έργων μικρής κλίμακας και εγκαταστάσεων σε υφιστάμενες κτιριακές υποδομές.
Η πρωτοβουλία επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από το δίλημμα «ανάπτυξη ή περιβάλλον» σε μια νέα λογική χωρικής ισορροπίας, όπου οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναπτύσσονται με όρους μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής συναίνεσης.
Η δημόσια διαβούλευση παραμένει ανοιχτή έως τις 24 Ιουνίου 2026, δίνοντας τη δυνατότητα συμμετοχής φορέων, επιστημονικής κοινότητας και πολιτών στη διαμόρφωση του τελικού πλαισίου.

