Μειώνεται η χρηματοδότηση της Εθνικής Υπηρεσίας Στέγασης το 2026 και αλλάζει το μοντέλο του MaPrimeRénov – Προτεραιότητα στα λιγότερο ενεργειακά αποδοτικά σπίτια και στα χαμηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερος ρόλος στον ιδιωτικό τομέα και ερωτήματα για τον στόχο των 700.000 ανακαινίσεων ετησίως έως το 2030.
Σε μια σημαντική αναπροσαρμογή της πολιτικής της για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών προχωρά η Γαλλία, περιορίζοντας την άμεση κρατική χρηματοδότηση και στρέφοντας τις διαθέσιμες ενισχύσεις περισσότερο προς τα ευάλωτα νοικοκυριά και τα κτίρια με τη χειρότερη ενεργειακή απόδοση.
Η χρηματοδότηση της Εθνικής Υπηρεσίας Στέγασης (ANAH), η οποία είναι αρμόδια για τη διανομή επιδοτήσεων ενεργειακής ανακαίνισης, προβλέπεται να μειωθεί το 2026 κατά περίπου 580 εκατ. δολάρια.
Οι πιστώσεις πληρωμών περιορίζονται από περίπου 2,31 δισ. δολάρια το 2025 σε 1,73 δισ. δολάρια το 2026.
Η αλλαγή δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα για την πράσινη μετάβαση του γαλλικού κτιριακού τομέα: μπορεί η χώρα να περιορίσει την άμεση δημόσια χρηματοδότηση και ταυτόχρονα να πετύχει τον στόχο για 700.000 ανακαινίσεις κατοικιών ετησίως έως το 2030;
Στο επίκεντρο το MaPrimeRénov
Η περικοπή αναμένεται να επηρεάσει κυρίως το MaPrimeRénov, το βασικό πρόγραμμα της Γαλλίας για τη χρηματοδότηση ενεργειακών ανακαινίσεων κατοικιών.
Το νέο μοντέλο γίνεται περισσότερο στοχευμένο.
Σύμφωνα με το σχέδιο, το MaPrimeRénov επαναπροσανατολίζεται προς τις κατοικίες που αποτελούν προτεραιότητα για εκτεταμένες ανακαινίσεις, ενώ οι ενισχύσεις για μεμονωμένες παρεμβάσεις θα επικεντρώνονται περισσότερο στην απανθρακοποίηση.
Για το 2025 το πρόγραμμα διέθετε προϋπολογισμό περίπου 4,16 δισ. δολαρίων, από τα οποία περίπου 2,89 δισ. προορίζονταν για εκτεταμένες ανακαινίσεις και στήριξη νοικοκυριών.
Το σχέδιο Προϋπολογισμού δεν προσδιορίζει το ακριβές ποσό που θα διατεθεί στο MaPrimeRénov για το 2026.
Προτεραιότητα στα ενεργειακά «χειρότερα» σπίτια
Οι κανόνες επιλεξιμότητας γίνονται παράλληλα αυστηρότεροι.
Για τις ανακαινίσεις μεγάλης κλίμακας επιλέξιμες είναι πλέον μόνο κατοικίες που κατατάσσονται στις ενεργειακές κατηγορίες E, F ή G του γαλλικού συστήματος ενεργειακής απόδοσης.
Προτεραιότητα δίνεται στα νοικοκυριά χαμηλού και πολύ χαμηλού εισοδήματος.
Παράλληλα, προβλέπεται ανώτατος αριθμός αιτήσεων, ενώ περιορίζονται και τα ανώτατα όρια του επιλέξιμου κόστους των έργων.
Η λογική είναι σαφής: οι λιγότεροι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι να κατευθυνθούν εκεί όπου μπορούν να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες.
Αλλάζουν και οι μεμονωμένες παρεμβάσεις
Περιορισμοί έρχονται και για μικρότερης κλίμακας εργασίες.
Η μόνωση τοίχων και οι λέβητες βιομάζας που χρησιμοποιούν ξύλο ή πέλετ δεν θα είναι επιλέξιμοι, ενώ μεγαλύτερη προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί σε μέτρα όπως η αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης.
Το σχέδιο, πάντως, αφήνει ακόμη ανοιχτά ζητήματα σχετικά με τον ακριβή τρόπο εφαρμογής των νέων κανόνων.
Μεγαλύτερο «βάρος» στον ιδιωτικό τομέα
Η νέα πολιτική μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του χρηματοδοτικού βάρους στα πιστοποιητικά εξοικονόμησης ενέργειας (CEE).
Οι προμηθευτές ενέργειας χρηματοδοτούν τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά σε όγκους που καθορίζει το κράτος.
Ωστόσο, δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί ο απαιτούμενος όγκος για το 2026 και τα επόμενα χρόνια.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αβεβαιότητες του νέου μοντέλου.
Το ερώτημα είναι εάν η χρηματοδότηση που θα κινητοποιηθεί μέσω του ιδιωτικού τομέα μπορεί να καλύψει τη μείωση της άμεσης κρατικής δαπάνης χωρίς να περιοριστεί ο αριθμός και ο ρυθμός των ενεργειακών ανακαινίσεων.
Ενεργειακή ανακαίνιση και κοινωνική πολιτική
Η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα.
Τα ενεργειακά μη αποδοτικά σπίτια μπορούν να συνεπάγονται μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες και υψηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά, αυξάνοντας παράλληλα την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας.
Η πολιτική ανακαινίσεων βρίσκεται έτσι στο σημείο όπου συναντώνται τρεις μεγάλες προκλήσεις: απανθρακοποίηση, οικονομική προσιτότητα της ενέργειας και κοινωνική πολιτική.
Η επιλογή να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα στα χαμηλότερα εισοδήματα και στα κτίρια κατηγοριών E, F και G επιχειρεί να συγκεντρώσει τη διαθέσιμη χρηματοδότηση εκεί όπου οι ανάγκες θεωρούνται μεγαλύτερες.
Αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και επενδυτές
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τους ιδιοκτήτες κατοικιών.
Επηρεάζει ένα ολόκληρο οικοσύστημα από εταιρείες ενεργειακών ανακαινίσεων, κατασκευαστικές επιχειρήσεις και προμηθευτές μέχρι χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και ενεργειακές εταιρείες.
Η αγορά θα χρειαστεί μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με τον αριθμό των ενεργειακών πιστοποιητικών που θα διατεθούν, τις επιλέξιμες παρεμβάσεις και τη δυνατότητα του μηχανισμού να διεκπεραιώνει εγκαίρως τις αιτήσεις.
Καθυστερήσεις ή αβεβαιότητα μπορούν να επηρεάσουν τον προγραμματισμό των έργων, τις προσλήψεις προσωπικού και τις επενδύσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού του κλάδου.
Το ευρωπαϊκό στοίχημα της ανακαίνισης των κτιρίων
Για το viosimi.gr, η περίπτωση της Γαλλίας αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα που θα απασχολήσει ολοένα περισσότερο την ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση.
Η ενεργειακή αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος απαιτεί σημαντικά κεφάλαια και μακροχρόνια σταθερότητα στους μηχανισμούς χρηματοδότησης.
Η Γαλλία επιχειρεί πλέον να κάνει το σύστημα περισσότερο στοχευμένο και λιγότερο εξαρτημένο από την άμεση κρατική χρηματοδότηση, ζητώντας παράλληλα από τον ιδιωτικό τομέα να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο.
Το αποτέλεσμα θα κριθεί από το εάν αυτή η αλλαγή μπορεί πράγματι να κινητοποιήσει επαρκείς ιδιωτικούς πόρους χωρίς να επιβραδύνει τις ανακαινίσεις.
Διότι το πραγματικό μέτρο επιτυχίας δεν θα είναι μόνο η δημοσιονομική εξοικονόμηση, αλλά το κατά πόσο περισσότερα ενεργοβόρα σπίτια θα μετατραπούν σε αποδοτικές, οικονομικά προσιτές και ανθεκτικές κατοικίες, χωρίς να μείνουν πίσω τα νοικοκυριά που δεν διαθέτουν τους δικούς τους πόρους για να χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση.
Η θεματική συνδέεται με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης 7 για Φθηνή και Καθαρή Ενέργεια, 10 για Μείωση των Ανισοτήτων, 11 για Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες και 13 για Δράση για το Κλίμα.

