Η ενίσχυση των διεθνών διασυνδέσεων, η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και οι νέες επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας διαμορφώνουν έναν νέο ρόλο για την Ελλάδα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η πρόκληση είναι η ενεργειακή ασφάλεια να συμβαδίσει με την πράσινη μετάβαση και τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης.
Τον στρατηγικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα στον νέο ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ανέδειξε η εκδήλωση της ΔΕΠΑ Εμπορίας στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με θέμα «Η Ελλάδα στο νέο ενεργειακό τοπίο: Υποδομές, αγορές και προοπτικές».
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος και η γενική γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών Δέσποινα Παληαρούτα επικεντρώθηκαν στις μεγάλες αλλαγές της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς και στη δυνατότητα της χώρας να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου και διαμετακόμισης ενέργειας προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Ενεργειακή ασφάλεια και διαφοροποίηση
Κεντρική θέση στον νέο σχεδιασμό κατέχουν οι ενεργειακές υποδομές και οι διεθνείς διασυνδέσεις. Ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΠΑ Εμπορίας, Κωνσταντίνος Ξιφαράς, υπογράμμισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια προϋποθέτει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας και σταθερές διεθνείς συνεργασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον Διασυνδετήριο Αγωγό Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB), στο FSRU Αλεξανδρούπολης, στο LNG και στον Κάθετο Διάδρομο, υποδομές που ενισχύουν τις εναλλακτικές οδεύσεις εφοδιασμού και τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας.
Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί και διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης. Ένα ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα πρέπει να μπορεί να ανταποκρίνεται σε γεωπολιτικές αναταράξεις και διακυμάνσεις της ζήτησης χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Πάνω από 1 GW ΑΠΕ έως το 2027
Η δεύτερη, κρίσιμη παράμετρος αφορά την πράσινη μετάβαση. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσιάστηκε, το χαρτοφυλάκιο της ΔΕΠΑ Εμπορίας προσεγγίζει το 1,5 GW σε σύγχρονες θερμοηλεκτρικές μονάδες, ενώ ο στόχος για έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ξεπερνά το 1 GW έως το τέλος του 2027.
Η ανάπτυξη των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και στην ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος, αποτελεί βασική προϋπόθεση για ένα ενεργειακό μοντέλο χαμηλότερων εκπομπών.
Όσο αυξάνεται η συμμετοχή της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για αποθήκευση, ισχυρότερα δίκτυα και διασυνδέσεις που επιτρέπουν στην καθαρή ενέργεια να αξιοποιείται όταν και όπου χρειάζεται.
Το LNG και η πρόκληση της μετάβασης
Η αυξανόμενη σημασία του LNG δημιουργεί ταυτόχρονα ένα σύνθετο ζήτημα για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Από τη μία πλευρά, η ύπαρξη πολλαπλών πηγών και διαδρομών προμήθειας ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια. Από την άλλη, το φυσικό αέριο παραμένει ορυκτό καύσιμο.
Επομένως, η ανάπτυξη νέων υποδομών και μακροχρόνιων συμφωνιών προμήθειας χρειάζεται να αξιολογείται παράλληλα με την πορεία απανθρακοποίησης, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μακροχρόνιας εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η νέα διεθνής δραστηριότητα της ΔΕΠΑ Εμπορίας μέσω της ATLANTIC SEE LNG TRADE, με στόχο μακροχρόνιες προμήθειες LNG μετά το 2030 και την περαιτέρω ενίσχυση της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου.
Από ενεργειακός κόμβος σε κόμβο βιώσιμης ενέργειας
Για την Ελλάδα, η μεγάλη ευκαιρία των επόμενων ετών δεν περιορίζεται στη γεωγραφική της θέση. Βρίσκεται στη δυνατότητα να συνδυάσει ενεργειακή ασφάλεια, διεθνείς διασυνδέσεις, ΑΠΕ, αποθήκευση και ανθεκτικά ηλεκτρικά δίκτυα.
Η πραγματική επιτυχία θα κριθεί από το κατά πόσο ο σημερινός ρόλος της χώρας ως πύλης ενεργειακού εφοδιασμού μπορεί σταδιακά να εξελιχθεί σε έναν ευρύτερο ρόλο περιφερειακού κόμβου καθαρής και βιώσιμης ενέργειας.
Υπό αυτή την έννοια, η ενεργειακή στρατηγική συνδέεται άμεσα με τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 7 του ΟΗΕ για προσιτή και καθαρή ενέργεια, αλλά και με τον Στόχο 9 για ανθεκτικές υποδομές και τον Στόχο 13 για τη δράση για το κλίμα.

