Η επόμενη γενιά των προγραμμάτων «Εξοικονομώ» θα συνδέει την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών με φωτοβολταϊκά, αποθήκευση και αυτοκατανάλωση – Στα 2,1 δισ. ευρώ οι πόροι του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου για την Ελλάδα, ενώ το ΥΠΕΝ θέτει ως στόχο μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους αντί για διαδοχικές επιδοτήσεις.
Από την επιδότηση του λογαριασμού στη μόνιμη μείωση της κατανάλωσης και στην παραγωγή ενέργειας από τον ίδιο τον καταναλωτή επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της ενεργειακής πολιτικής το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, περιγράφει ένα νέο μοντέλο, στο οποίο τα επόμενα προγράμματα «Εξοικονομώ» δεν θα περιορίζονται μόνο στη θερμομόνωση ή στην αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης.
Η κατεύθυνση είναι πιο ολοκληρωμένη: εξοικονόμηση, αυτοπαραγωγή, αποθήκευση και αυτοκατανάλωση.
Όπως τονίζει, ο στόχος είναι ένα σπίτι όχι μόνο να καταναλώνει λιγότερη ενέργεια, αλλά να μπορεί να παράγει και να αξιοποιεί περισσότερο τη δική του.
Στόχος: -30% στην τιμή του ρεύματος
Ο κεντρικός στόχος που περιγράφει ο υπουργός είναι η μείωση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα σε τρία χρόνια.
Η κυβερνητική προσέγγιση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν βασίζεται σε μια ακόμη προσωρινή επιδότηση, αλλά σε αλλαγές που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τις δομικές αιτίες του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Το σχέδιο κινείται σε έξι βασικούς άξονες:
την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ,
την επιτάχυνση της αποθήκευσης,
τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις,
την αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών και των ληξιπρόθεσμων οφειλών,
την ευελιξία στην κατανάλωση,
και την εξοικονόμηση σε συνδυασμό με μεγαλύτερη αυτοπαραγωγή.
Η λογική είναι σαφής: η φθηνή παραγωγή από ΑΠΕ έχει περιορισμένη αξία αν δεν υπάρχει επαρκής δυνατότητα να αποθηκευτεί και να μεταφερθεί η ενέργεια εκεί όπου και όταν χρειάζεται.
Από 6,3 GW σε πάνω από 18 GW ΑΠΕ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Σταύρος Παπασταύρου, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ στην Ελλάδα ξεπερνά σήμερα τα 18 GW, έναντι 6,3 GW το 2019.
Το επόμενο βήμα, όπως το περιγράφει, είναι αυτό το ενεργειακό πλεονέκτημα να μετατραπεί σε οικονομικό πλεονέκτημα για πολίτες και επιχειρήσεις: χαμηλότερους λογαριασμούς και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα.
Αυτό είναι και ένα από τα μεγάλα στοιχήματα της ενεργειακής μετάβασης.
Η αύξηση των ΑΠΕ από μόνη της δεν αρκεί. Το κοινωνικό και οικονομικό όφελος προκύπτει όταν η καθαρότερη παραγωγή μεταφράζεται σε μικρότερο συνολικό κόστος για την οικονομία.
Μειώνονται κατά 50% οι ΥΚΩ
Σημαντικό μέρος της στρατηγικής αφορά τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών.
Ο υπουργός σημειώνει ότι μεγάλο μέρος των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας χρηματοδοτεί το υψηλό κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, το οποίο υπολογίζει περίπου στα 1,2 δισ. ευρώ ετησίως.
Μετά την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων της Κρήτης και των Κυκλάδων και με έργα να ακολουθούν στο Βόρειο Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα, από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπεται μείωση κατά 50% της πρώτης κλίμακας χρέωσης των ΥΚΩ.
Η περίπτωση αυτή είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μια μεγάλη υποδομή μπορεί να έχει περιβαλλοντικό και ταυτόχρονα οικονομικό αποτέλεσμα.
Έξυπνοι μετρητές σε όλες τις παροχές έως το 2030
Στο σχέδιο περιλαμβάνεται επίσης η καθολική εγκατάσταση έξυπνων μετρητών έως το 2030.
Στόχος είναι η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών, αλλά και η δημιουργία ενός πιο ευέλικτου ενεργειακού συστήματος.
Ο υπουργός αναφέρει επίσης ληξιπρόθεσμες οφειλές περίπου 3 δισ. ευρώ και νέο πλαίσιο αντιμετώπισης των στρατηγικών κακοπληρωτών και του λεγόμενου «ενεργειακού τουρισμού».
Η ψηφιοποίηση του δικτύου μπορεί, πέρα από τον έλεγχο απωλειών, να αποτελέσει κρίσιμη υποδομή για δυναμικότερη τιμολόγηση, καλύτερη διαχείριση της ζήτησης και μεγαλύτερη ενσωμάτωση της αποκεντρωμένης παραγωγής.
2,1 δισ. ευρώ από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο
Ιδιαίτερη σημασία για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση έχει το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο.
Σύμφωνα με τον Σταύρο Παπασταύρου, οι συνολικοί πόροι για την Ελλάδα ανέρχονται σε 2,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 1,7 δισ. ευρώ προορίζονται για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών και αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και θερμοσιφώνων.
Παράλληλα προβλέπονται:
- δωρεάν Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης για περίπου 200.000 νοικοκυριά,
- Μητρώο Ενεργειακής Στήριξης,
- ενισχυμένο επίδομα θέρμανσης για περίπου 780.000 δικαιούχους ετησίως,
- one-stop shops για ενημέρωση και καθοδήγηση ευάλωτων νοικοκυριών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Η φιλοσοφία είναι να μην επιδοτείται απλώς ένας υψηλός λογαριασμός, αλλά να δοθούν στους πολίτες μέσα ώστε να καταναλώνουν μόνιμα λιγότερη ενέργεια.
Από τον καταναλωτή στον «παραγωγό»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης αφορά την αυτοκατανάλωση.
Το ΥΠΕΝ θέλει περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να πάψουν να λειτουργούν αποκλειστικά ως καταναλωτές και να μπορούν:
να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια,
να την καταναλώνουν,
να την αποθηκεύουν
και, όταν υπάρχει περίσσευμα, να τη διοχετεύουν στο δίκτυο.
Αυτό, σύμφωνα με τον υπουργό, αποτελεί την έννοια της «ενεργειακής δημοκρατίας»: περισσότεροι πολίτες να μπορούν να αξιοποιούν τον ήλιο, να μειώνουν τους λογαριασμούς τους και να αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο στο κόστος ενέργειας.
Ο ίδιος ανέφερε ότι από το 2020 μέχρι σήμερα έχουν τεθεί σε λειτουργία 38.812 συστήματα αυτοκατανάλωσης ισχύος 1.128 MW, έναντι 1.772 συστημάτων και μόλις 36 MW την περίοδο 2015-2019.
Νέο «Εξοικονομώ»: λιγότερη γραφειοκρατία
Σημαντικές αλλαγές προαναγγέλλονται και στην επόμενη γενιά των προγραμμάτων «Εξοικονομώ».
Η κατεύθυνση είναι:
λιγότερη γραφειοκρατία, απλούστερες διαδικασίες και ταχύτερη υλοποίηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο υπουργός, μέσω προηγούμενων δράσεων διατέθηκαν 1,6 δισ. ευρώ σε 260.000 δικαιούχους.
Περισσότεροι από 99.000 συμμετείχαν στα «Εξοικονομώ», περίπου 160.000 σε προγράμματα για αντλίες θερμότητας και θερμοσίφωνες, ενώ περισσότερες από 1.700 επιχειρήσεις εντάχθηκαν σε σχετικά προγράμματα.
Το νέο μοντέλο θέλει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μετρήσιμο αποτέλεσμα: πόση ενέργεια εξοικονομήθηκε και πόσο μειώθηκε πραγματικά ο λογαριασμός.
Εξοικονόμηση μαζί με φωτοβολταϊκά και μπαταρίες
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι η στενότερη σύνδεση των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης με την παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας.
Εκτός από παρεμβάσεις στο κέλυφος των κτιρίων, αντλίες θερμότητας και θερμοσίφωνες, τα νέα προγράμματα θα συνδέονται περισσότερο με αυτοπαραγωγή, αποθήκευση και αυτοκατανάλωση.
Ο στόχος είναι ένα σπίτι όχι απλώς να χρειάζεται λιγότερη ενέργεια, αλλά να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του με δική του παραγωγή.
Αυτό αλλάζει συνολικά τη λογική του «Εξοικονομώ».
Από ένα πρόγραμμα επιδότησης επιμέρους παρεμβάσεων μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο δημιουργίας κτιρίων χαμηλότερης ενεργειακής εξάρτησης.
Από την επιδότηση στην ενεργειακή ανθεκτικότητα
Η ουσιαστική αλλαγή που περιγράφεται στη συνέντευξη δεν αφορά μόνο ένα νέο πρόγραμμα.
Αφορά την προσπάθεια μετάβασης από μια πολιτική αντιμετώπισης των κρίσεων σε ένα πιο ανθεκτικό ενεργειακό μοντέλο.
Περισσότερες ΑΠΕ χωρίς δίκτυα και αποθήκευση δεν αρκούν.
Ενεργειακή αναβάθμιση χωρίς πρόσβαση των ευάλωτων νοικοκυριών μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες.
Και αυτοπαραγωγή χωρίς απλές διαδικασίες και διαθέσιμες συνδέσεις μπορεί να παραμείνει προνόμιο όσων έχουν μεγαλύτερη οικονομική και τεχνική δυνατότητα.
Η πραγματική επιτυχία επομένως θα κριθεί από το κατά πόσο ο στόχος του -30% στο ενεργειακό κόστος θα μετατραπεί σε σταθερή και μετρήσιμη μείωση των λογαριασμών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης: καθαρότερη ενέργεια, χαμηλότερη κατανάλωση, μικρότερο κόστος και δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων πολιτών στην παραγωγή της.
Η κατεύθυνση συνδέεται άμεσα με τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 7 για καθαρή και προσιτή ενέργεια, τον Στόχο 9 για ανθεκτικές υποδομές και καινοτομία, τον Στόχο 10 για περιορισμό των ανισοτήτων, τον Στόχο 11 για βιώσιμες πόλεις και κατοικίες και τον Στόχο 13 για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

