Ιράν και Ομάν πλησιάζουν σε συμφωνία για τη ναυσιπλοΐα – Πετρέλαιο, ενεργειακή ασφάλεια και ελεύθερη διέλευση μετατρέπουν τα Στενά σε κρίσιμο παράγοντα για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή μετάβαση
Ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο στα Στενά του Ορμούζ;
Το ερώτημα ξεπερνά πλέον τα όρια της αντιπαράθεσης στη Μέση Ανατολή. Αγγίζει άμεσα την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, τις τιμές του πετρελαίου, το κόστος μεταφορών και τελικά τη συζήτηση για το πόσο ευάλωτη παραμένει η διεθνής οικονομία στην εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα.
Η διαφαινόμενη συμφωνία μεταξύ Ιράν και Ομάν για τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης του πολέμου.
Παράλληλα, οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, καθώς η ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα για την αποκλιμάκωση των πιέσεων στις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Η θαλάσσια δίοδος από την οποία περνά το πετρέλαιο του κόσμου
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, μέσω της συγκεκριμένης θαλάσσιας αρτηρίας διακινούνταν ποσότητες που αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα δεν αποτελεί απλώς περιφερειακό πρόβλημα.
Μπορεί να επηρεάσει τις τιμές των καυσίμων, τις μεταφορές, τη βιομηχανική παραγωγή και τον πληθωρισμό σε οικονομίες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον Περσικό Κόλπο.
Τι προβλέπει η πρόταση Ιράν – Ομάν
Στο πλαίσιο της πρότασης που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, το Ιράν επιδιώκει να έχει ρόλο στην εποπτεία των πλοίων που εισέρχονται στον Κόλπο μέσω των Στενών, ενώ το Ομάν θα έχει αντίστοιχο ρόλο για την εξερχόμενη ναυσιπλοΐα.
Ιράν και Ομάν έχουν ήδη καταλήξει σε κατανόηση σχετικά με τις γεωγραφικές συντεταγμένες της προτεινόμενης διαδρομής.
Το μοντέλο αυτό, εφόσον τελικά εφαρμοστεί, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τον τρόπο διαχείρισης μιας από τις κρισιμότερες εμπορικές διόδους του κόσμου.
Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί σοβαρά πρακτικά και γεωπολιτικά ερωτήματα.
Η μεγάλη διαφωνία για τα τέλη
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα αφορά το ενδεχόμενο επιβολής χρεώσεων στα διερχόμενα πλοία.
Η Τεχεράνη έχει επιδιώξει τέλη της τάξης του 5% έως 7% επί της αξίας των φορτίων, ενώ από την πλευρά του Ομάν έχει συζητηθεί χαμηλότερη επιβάρυνση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτίθενται στην επιβολή τελών και επιμένουν στην ανεμπόδιστη διέλευση.
Το θέμα δεν είναι απλώς οικονομικό.
Εάν δημιουργηθεί ένα μόνιμο σύστημα χρεώσεων σε μια τόσο σημαντική ενεργειακή δίοδο, το πρόσθετο κόστος μπορεί να μεταφερθεί σε μεγάλο μέρος της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας.
Γιατί οι ναυτιλιακές αντιδρούν
Για τη διεθνή ναυτιλία, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο.
Οι αμερικανικές κυρώσεις δημιουργούν σοβαρές δυσκολίες για οποιοδήποτε σύστημα προβλέπει οικονομικές συναλλαγές με ιρανικούς φορείς.
Παράλληλα, ασφαλιστικοί περιορισμοί μπορούν να καταστήσουν εξαιρετικά δύσκολη τη διέλευση πλοίων που θα καταβάλλουν τέλη.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: ακόμη και εάν υπάρξει πολιτική συμφωνία, αυτή θα πρέπει να είναι και λειτουργικά εφαρμόσιμη από τις ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες.
Η ελεύθερη και ασφαλής ναυσιπλοΐα παραμένει επομένως καθοριστικό ζήτημα για την επαναφορά της σταθερότητας.
Το Ιράν διεκδικεί ισχυρότερο περιφερειακό ρόλο
Πίσω από τη συζήτηση για τα πλοία και τα τέλη βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό διακύβευμα.
Ένας ενισχυμένος ρόλος της Τεχεράνης στη διαχείριση της εισερχόμενης ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή για το Ιράν.
Και αυτό αποτελεί σημείο έντονης διαφωνίας με την Ουάσινγκτον.
Για το Ιράν, τα Στενά αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά του εργαλεία.
Για τις ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες, αντίθετα, αποτελούν διεθνή εμπορική δίοδο της οποίας η ελεύθερη λειτουργία είναι κρίσιμη για την ενεργειακή και οικονομική ασφάλεια.
Πετρέλαιο και παγκόσμια οικονομία περιμένουν το άνοιγμα
Οι εξελίξεις στα Στενά έχουν ήδη αποδείξει πόσο άμεσα μπορεί η γεωπολιτική αβεβαιότητα να μεταφερθεί στις αγορές ενέργειας.
Κάθε ένδειξη προόδου στις διαπραγματεύσεις δημιουργεί προσδοκίες για μεγαλύτερη προσφορά και αποκλιμάκωση των τιμών, ενώ κάθε νέα αβεβαιότητα επαναφέρει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στην αγορά πετρελαίου.
Γι’ αυτό και το πραγματικό αποτέλεσμα μιας συμφωνίας θα κριθεί όχι μόνο από τις υπογραφές αλλά από το εάν τα εμπορικά πλοία θα μπορέσουν πράγματι να επιστρέψουν με ασφάλεια και χωρίς σοβαρά εμπόδια.
Τα Στενά αποκαλύπτουν την ενεργειακή ευπάθεια του πλανήτη
Η κρίση του Ορμούζ έχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Αποκαλύπτει πόσο εξαρτημένη παραμένει η παγκόσμια οικονομία από λίγα γεωγραφικά σημεία μέσω των οποίων διακινούνται τεράστιες ποσότητες ορυκτών καυσίμων.
Μια πολεμική σύγκρουση ή μια πολιτική απόφαση σε μια στενή θαλάσσια ζώνη μπορεί να επηρεάσει το ενεργειακό κόστος για δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Η ενεργειακή μετάβαση αποκτά έτσι και χαρακτήρα γεωπολιτικής και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αποθήκευσης, ηλεκτρικών δικτύων και μεγαλύτερης ενεργειακής αποδοτικότητας δεν αφορά μόνο τον περιορισμό των εκπομπών.
Μπορεί επίσης να μειώσει την έκθεση οικονομιών σε κρίσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της παγκόσμιας τροφοδοσίας πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας
Μια συμφωνία για τα Στενά του Ορμούζ μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βήμα προς την αποκλιμάκωση και την αποκατάσταση της ενεργειακής σταθερότητας.
Δεν λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα.
Όσο ένα τόσο μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας εξαρτάται από μια εξαιρετικά ευάλωτη γεωπολιτική δίοδο, κάθε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή θα μπορεί να μεταφέρεται σχεδόν ακαριαία στις οικονομίες όλου του κόσμου.
Γι’ αυτό η υπόθεση των Στενών του Ορμούζ δεν αφορά μόνο το Ιράν, το Ομάν ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση αποτελούν πλέον δύο πλευρές της ίδιας στρατηγικής πρόκλησης.

