Στα 186,8 δισ. δολάρια οι εκδόσεις GSSS το 2025 – Χωρίς την Κίνα καταγράφεται πτώση 31%, ενώ ομόλογα 371 δισ. δολαρίων λήγουν έως το 2028
Μια αγορά δύο ταχυτήτων διαμορφώνεται στη βιώσιμη χρηματοδότηση των αναδυόμενων οικονομιών. Από τη μία πλευρά, η Κίνα καταγράφει ιστορικό ρεκόρ εκδόσεων και οι παγκόσμιες επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια συνεχίζουν να αυξάνονται. Από την άλλη, στις περισσότερες υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές οι εκδόσεις βιώσιμων ομολόγων υποχωρούν αισθητά.
Η εικόνα αποτυπώνεται στη νέα κοινή έκθεση της IFC και της Amundi, «Emerging Market Sustainable Bonds», σύμφωνα με την οποία οι εκδόσεις πράσινων, κοινωνικών, βιώσιμων και sustainability-linked ομολόγων (GSSS) στις αναδυόμενες αγορές αυξήθηκαν κατά 2,2% το 2025, φθάνοντας συνολικά τα 186,8 δισ. δολάρια.
Πίσω από τη θετική συνολική επίδοση, ωστόσο, κρύβονται σημαντικές γεωγραφικές αποκλίσεις που δημιουργούν ερωτήματα για το κατά πόσο οι αναπτυσσόμενες οικονομίες μπορούν να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για τη δική τους πράσινη μετάβαση.
Η Κίνα αλλάζει ολόκληρη την εικόνα
Καθοριστικός παράγοντας ήταν η Κίνα, όπου οι εκδόσεις βιώσιμων ομολόγων έφτασαν στο ιστορικό υψηλό των 111,1 δισ. δολαρίων, καθιστώντας τη χώρα τον μεγαλύτερο εκδότη παγκοσμίως.
Αν όμως αφαιρεθεί η κινεζική αγορά από τους συνολικούς υπολογισμούς, η εικόνα αντιστρέφεται.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι εκδόσεις στις υπόλοιπες αναδυόμενες οικονομίες υποχώρησαν κατά 31%, με ιδιαίτερα έντονες μειώσεις στη Λατινική Αμερική και τη Νότια Ασία.
Η απόκλιση είναι σημαντική, καθώς πολλές αναδυόμενες οικονομίες συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες ανάγκες για νέες ενεργειακές υποδομές, κλιματική προσαρμογή και βιώσιμη αστική ανάπτυξη.
Ρεκόρ 2,2 τρισ. δολαρίων στην καθαρή ενέργεια
Η υποχώρηση των βιώσιμων ομολόγων δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι περιορίζονται και οι επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση.
Το 2025, οι παγκόσμιες επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια έφτασαν σε νέο ιστορικό υψηλό, αγγίζοντας τα 2,2 τρισ. δολάρια.
Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την IFC και την Amundi, ένα αυξανόμενο μέρος των πράσινων επενδύσεων χρηματοδοτείται πλέον μέσω συμβατικών χρηματοδοτικών εργαλείων και όχι απαραίτητα μέσω τίτλων που φέρουν την ένδειξη «green», «sustainable» ή κάποια άλλη αντίστοιχη σήμανση.
Το κόστος συμμόρφωσης και οι αυστηρότερες απαιτήσεις γνωστοποιήσεων φαίνεται να καθιστούν λιγότερο ελκυστική για ορισμένους εκδότες τη χρήση της επίσημης βιώσιμης ετικέτας.
Εξαφανίζεται το «greenium»
Σημαντική αλλαγή καταγράφεται και στο λεγόμενο greenium, δηλαδή στο πλεονέκτημα χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης που μπορούσε να προσφέρει η έκδοση ενός πράσινου ομολόγου σε σχέση με ένα αντίστοιχο συμβατικό.
Σύμφωνα με την έκθεση, το πλεονέκτημα αυτό έχει πλέον σχεδόν εξαφανιστεί.
Η εξέλιξη αλλάζει την οικονομική εξίσωση για τους εκδότες. Όταν ένα πράσινο ομόλογο απαιτεί περισσότερη τεκμηρίωση, παρακολούθηση και γνωστοποίηση στοιχείων χωρίς να προσφέρει σημαντικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού, το κίνητρο για τη χρήση της σχετικής σήμανσης περιορίζεται.
Η αξία της «πράσινης» ετικέτας μετατοπίζεται έτσι σε άλλους παράγοντες, όπως η πρόσβαση σε εξειδικευμένους επενδυτές, τα ρυθμιστικά κίνητρα και η ενίσχυση της εταιρικής ή θεσμικής αξιοπιστίας.
Ισχυρός ο ρόλος των αναπτυξιακών τραπεζών
Οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο πυλώνα της αγοράς, με εκδόσεις που έφτασαν τα 151,1 δισ. δολάρια το 2025.
Ο ρόλος τους είναι ιδιαίτερα σημαντικός στις αναδυόμενες οικονομίες, όπου το κόστος κεφαλαίου μπορεί να είναι υψηλότερο και η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές δυσκολότερη.
Παράλληλα, αναπτύσσεται μια ειδικότερη κατηγορία κοινωνικής χρηματοδότησης, τα Women’s Economy Bonds.
Οι σωρευτικές εκδόσεις τους έχουν πλέον φτάσει τα 57 δισ. δολάρια σε περισσότερες από 40 χώρες, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα των κεφαλαιαγορών να χρηματοδοτούν όχι μόνο περιβαλλοντικούς αλλά και συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους.
Το τεστ των 371 δισ. δολαρίων
Η σημαντικότερη πρόκληση, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά.
Περίπου 371 δισ. δολάρια βιώσιμων ομολόγων αναμένεται να λήξουν την τριετία 2026-2028.
Το ερώτημα είναι πόσο από αυτό το ποσό θα αναχρηματοδοτηθεί με νέες εκδόσεις που θα εξακολουθούν να φέρουν βιώσιμη σήμανση.
Εάν μεγάλο μέρος αντικατασταθεί από συμβατικό χρέος, το συνολικό απόθεμα βιώσιμων ομολόγων στις αναδυόμενες αγορές θα μπορούσε να μειωθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της συγκεκριμένης αγοράς.
Το πραγματικό στοίχημα είναι πού πηγαίνουν τα κεφάλαια
Τα στοιχεία της IFC και της Amundi αναδεικνύουν τελικά μια σημαντική αλλαγή στη συζήτηση γύρω από τη βιώσιμη χρηματοδότηση.
Η μείωση των ομολόγων που φέρουν «πράσινη» ετικέτα δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποχώρηση της πράσινης μετάβασης, όπως δείχνει και το ιστορικό ρεκόρ των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια.
Ταυτόχρονα, όμως, η συρρίκνωση της συγκεκριμένης αγοράς σε οικονομίες που χρειάζονται τεράστιους πόρους για ενέργεια, υποδομές και κλιματική προσαρμογή δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το κρίσιμο ζήτημα για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι πλέον διπλό: να κινητοποιηθούν περισσότερα κεφάλαια για την πράσινη και κοινωνική μετάβαση και παράλληλα να διασφαλιστεί ότι οι αναδυόμενες οικονομίες δεν θα μείνουν πίσω λόγω υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης ή περιορισμένης πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Γιατί η επιτυχία της παγκόσμιας πράσινης μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα «πράσινα» ομόλογα εκδίδονται, αλλά από το εάν τα αναγκαία κεφάλαια φτάνουν τελικά στις οικονομίες, στις υποδομές και στις κοινωνίες που τα χρειάζονται περισσότερο.

