Η παγκόσμια εμβολιαστική κάλυψη των παιδιών παρουσιάζει σταδιακή βελτίωση, ωστόσο εκατομμύρια βρέφη εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε βασικά εμβόλια, γεγονός που αναδεικνύει τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η δημόσια υγεία διεθνώς. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και της UNICEF, περίπου το 90% των βρεφών παγκοσμίως έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του εμβολίου κατά της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκκύτη (DTP) το 2025, ενώ το 85% ολοκλήρωσε το βασικό σχήμα των τριών δόσεων.
Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η παγκόσμια εμβολιαστική κάλυψη δεν έχει ακόμη επανέλθει στα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την πανδημία της COVID-19. Η καθυστέρηση στην αποκατάσταση των προγραμμάτων πρόληψης υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης των συστημάτων δημόσιας υγείας και της ισότιμης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες υγειονομικής φροντίδας.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι περίπου 13,5 εκατομμύρια παιδιά δεν έλαβαν ούτε μία δόση βασικού παιδιατρικού εμβολίου κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους. Αν και ο αριθμός αυτός εμφανίζεται μειωμένος σε σχέση με προηγούμενα έτη, εξακολουθεί να αντανακλά σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα σε περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, ακραία φτώχεια ή ανθρωπιστικές κρίσεις.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις, οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, οι φυσικές καταστροφές και η αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας επηρεάζουν σημαντικά τη συνέχεια των εμβολιαστικών προγραμμάτων. Περισσότερα από τα μισά παιδιά που δεν έχουν λάβει κανένα εμβόλιο ζουν σε ευάλωτες ή εμπόλεμες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας παραμένει περιορισμένη.
Παράλληλα, η εμβολιαστική κάλυψη κατά της ιλαράς εξακολουθεί να υπολείπεται των επιπέδων που απαιτούνται για την αποτελεσματική προστασία του πληθυσμού μέσω της συλλογικής ανοσίας. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης επιδημιών, ιδιαίτερα σε περιοχές με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη και περιορισμένες δυνατότητες επιδημιολογικής επιτήρησης.
Η ενίσχυση των προγραμμάτων ανοσοποίησης αποτελεί βασικό στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης και συνδέεται άμεσα με τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 3 των Ηνωμένων Εθνών για την καλή υγεία και ευημερία. Η πρόληψη μέσω του εμβολιασμού συμβάλλει στη μείωση της παιδικής θνησιμότητας, περιορίζει την επιβάρυνση των συστημάτων υγείας και ενισχύει την κοινωνική και οικονομική ανθεκτικότητα των χωρών.
Παράλληλα, η αντιμετώπιση των ανισοτήτων απαιτεί επαρκή και σταθερή χρηματοδότηση των προγραμμάτων πρόληψης, ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ανάπτυξη αξιόπιστων συστημάτων επιδημιολογικής επιτήρησης και αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης σχετικά με τα εμβόλια. Η πρόσβαση σε επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών και την επιτυχή εφαρμογή των προγραμμάτων δημόσιας υγείας.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι επενδύσεις στην πρόληψη και στον παιδικό εμβολιασμό αποφέρουν σημαντικά οφέλη τόσο για τη δημόσια υγεία όσο και για τη βιώσιμη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, η στήριξη των ευάλωτων περιοχών και η διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας παραμένουν βασικές προϋποθέσεις ώστε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από τον τόπο γέννησης ή τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, να έχει τη δυνατότητα να προστατεύεται από νοσήματα που μπορούν να προληφθούν μέσω του εμβολιασμού.

