Η Global Witness καταγγέλλει χρηματοδοτήσεις sustainability-linked loans προς τον κλάδο φοινικέλαιου – Στο επίκεντρο αποψίλωση δασών, εφοδιαστικές αλυσίδες και η ανάγκη αυστηρότερων κανόνων
Σοβαρά ερωτήματα για τα όρια και την αξιοπιστία της βιώσιμης χρηματοδότησης θέτει νέα έρευνα της περιβαλλοντικής οργάνωσης Global Witness, η οποία υποστηρίζει ότι περισσότερες από 100 τράπεζες έχουν χορηγήσει συνολικά 31 δισ. δολάρια σε sustainability-linked loans (SLLs) σε επιχειρήσεις του κλάδου φοινικέλαιου, παρά τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί για περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Η υπόθεση αναδεικνύει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια αγορά ESG: πότε ένα χρηματοδοτικό προϊόν μπορεί πραγματικά να χαρακτηρίζεται «βιώσιμο» και ποιος ελέγχει εάν οι δεσμεύσεις που το συνοδεύουν οδηγούν σε ουσιαστική αλλαγή;
Σύμφωνα με τη Global Witness, στις χρηματοδοτήσεις συμμετείχαν μεγάλοι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, ενώ η έρευνα εξετάζει ειδικότερα δάνεια που κατευθύνθηκαν σε μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας φοινικέλαιου.
Στο επίκεντρο τα sustainability-linked loans
Σε αντίθεση με ένα παραδοσιακό πράσινο δάνειο, όπου τα κεφάλαια συνδέονται με συγκεκριμένες πράσινες επενδύσεις, τα sustainability-linked loans συνδέουν συνήθως τους όρους χρηματοδότησης με την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων βιωσιμότητας από την επιχείρηση.
Η Global Witness υποστηρίζει ότι το σημερινό πλαίσιο αφήνει σημαντικά περιθώρια αμφισβήτησης, καθώς οι σχετικοί στόχοι συμφωνούνται μεταξύ δανειστή και δανειολήπτη χωρίς, σύμφωνα με την οργάνωση, υποχρεωτικά νομικά πρότυπα που να διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση ότι είναι επαρκώς φιλόδοξοι.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζει τον κίνδυνο greenwashing: ένα χρηματοδοτικό προϊόν να αποκτά τον χαρακτηρισμό της βιωσιμότητας χωρίς να συνεπάγεται αντίστοιχα ισχυρή περιβαλλοντική ή κοινωνική επίδοση.
Οι καταγγελίες για τη Wilmar
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται από την οργάνωση στη Wilmar International.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Global Witness, η εταιρεία ενδέχεται να συνδέεται με αποψίλωση περίπου 4.200 εκταρίων πρωτογενούς δάσους μεταξύ 2016 και 2024, έκταση που η οργάνωση συγκρίνει με περίπου 6.000 γήπεδα ποδοσφαίρου.
Την ίδια περίοδο, και ειδικότερα μεταξύ 2018 και 2024, η Wilmar φέρεται σύμφωνα με την έρευνα να έλαβε δεσμεύσεις χρηματοδότησης ύψους 950 εκατ. δολαρίων μέσω sustainability-linked loans.
Η Global Witness επισημαίνει ότι αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι η εταιρεία είχε υιοθετήσει πολιτική μηδενικής αποψίλωσης ήδη από το 2015.
Η Wilmar απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η ίδια προχώρησε σε αποψίλωση δασών, ενώ οι αναλυτικές θέσεις των εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που κατονομάζονται περιλαμβάνονται στην πλήρη έκθεση της οργάνωσης.
Χρηματοδοτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων
Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα που παρουσιάζει η Global Witness, κατά την περίοδο 2022-2025 τράπεζες χορήγησαν περίπου 500 εκατ. δολάρια σε sustainability-linked loans προς τις Wilmar International και Musim Mas, σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρχαν καταγγελίες που αφορούσαν δραστηριότητες στον κλάδο του φοινικέλαιου.
Περίπου 400 εκατ. δολάρια από το συγκεκριμένο ποσό αφορούσαν τη Wilmar, συμπεριλαμβανομένου δανείου 200 εκατ. δολαρίων το 2023.
Η έρευνα εξετάζει επίσης τους εμπορικούς ομίλους Olam Group και Louis Dreyfus, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθούν να προμηθεύονται προϊόντα από προμηθευτές που φέρονται να συνδέονται με αποψίλωση, ενώ παράλληλα έχουν αντλήσει σημαντικές χρηματοδοτήσεις μέσω sustainability-linked loans.
ESG ακόμη και στα επενδυτικά κεφάλαια
Η έρευνα επεκτείνεται πέρα από τον τραπεζικό δανεισμό.
Η Global Witness αναφέρει ότι επενδυτές διακρατούσαν μετοχές της Wilmar αξίας περίπου 46 εκατ. δολαρίων μέσω 35 επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία χρησιμοποιούσαν στις ονομασίες τους όρους όπως «ESG», «responsible» ή «sustainable».
Το εύρημα επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο πρόβλημα της αγοράς: ο χαρακτηρισμός ενός προϊόντος ως ESG ή sustainable δεν αποτελεί από μόνος του απόδειξη ότι όλες οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνει πληρούν τα ίδια περιβαλλοντικά ή κοινωνικά κριτήρια.
Το πραγματικό πρόβλημα για τη βιώσιμη ανάπτυξη
Η συγκεκριμένη συζήτηση έχει σημασία πολύ πέρα από τον κλάδο του φοινικέλαιου.
Η πράσινη μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις και συνεπώς ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανό να κατευθύνει κεφάλαια σε επιχειρήσεις και έργα που μπορούν να επιτύχουν πραγματική περιβαλλοντική και κοινωνική πρόοδο.
Εάν όμως οι χαρακτηρισμοί «ESG» και «sustainable» δεν συνοδεύονται από διαφανή, μετρήσιμα και επαρκώς αυστηρά κριτήρια, δημιουργείται κίνδυνος απώλειας εμπιστοσύνης από επενδυτές και κοινωνία.
Και αυτό αποτελεί πρόβλημα για ολόκληρη τη βιώσιμη χρηματοδότηση, όχι μόνο για τα επιμέρους προϊόντα που τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Η επόμενη μάχη κατά του greenwashing
Η Global Witness καλεί το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσουν σε υποχρεωτικότερους κανόνες για τη βιώσιμη χρηματοδότηση και την αντιμετώπιση της αποψίλωσης των δασών, υποστηρίζοντας ότι οι εθελοντικές προδιαγραφές δεν επαρκούν.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις ρυθμιστικές αρχές είναι πλέον πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα που θα επιτρέπει τη χρηματοδότηση της μετάβασης επιχειρήσεων με σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, χωρίς ταυτόχρονα να μετατρέπεται η έννοια της βιωσιμότητας σε εργαλείο marketing.
Γιατί η αξιοπιστία της βιώσιμης χρηματοδότησης θα κριθεί τελικά όχι από τα δισεκατομμύρια που φέρουν την ένδειξη ESG, αλλά από το πραγματικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αποτέλεσμα που παράγουν αυτά τα κεφάλαια.
Η διαφάνεια, η ανεξάρτητη επαλήθευση και οι μετρήσιμοι στόχοι αποτελούν επομένως βασικές προϋποθέσεις ώστε η χρηματοδότηση να λειτουργεί ως πραγματικός μοχλός βιώσιμης ανάπτυξης και όχι ως μια ακόμη «πράσινη» ετικέτα.

