Ο καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής προειδοποιεί για το «plant-washing» και υποστηρίζει ότι η πραγματική βιωσιμότητα βρίσκεται στην επανάχρηση των κτιρίων και στη μείωση των νέων κατασκευών
Εντυπωσιακές προσόψεις καλυμμένες με φυτά, δέντρα σε μπαλκόνια και ολόκληροι «κάθετοι κήποι» έχουν εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της σύγχρονης βιώσιμης αρχιτεκτονικής.
Είναι όμως ένα κτίριο πραγματικά βιώσιμο επειδή είναι… πράσινο στην όψη;
Ο Barnabas Calder, καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, υποστηρίζει πως όχι και προειδοποιεί για την εξάπλωση ενός νέου φαινομένου, το οποίο χαρακτηρίζει «plant-washing».
Σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο Dezeen, ο Calder αμφισβητεί την αντίληψη ότι η προσθήκη βλάστησης σε ένα νέο κτίριο αρκεί για να του προσδώσει περιβαλλοντικά βιώσιμο χαρακτήρα.
Όταν το «πράσινο» γίνεται εικόνα
Αφετηρία της παρέμβασής του αποτελεί το έργο Shift Embassy (Rotterdam Rocks!) του αρχιτεκτονικού γραφείου MVRDV.
Ο Calder αναγνωρίζει ότι το έργο ενσωματώνει θετικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων εκτεταμένη φύτευση και πρακτικές που επιχειρούν να περιορίσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η ένστασή του αφορά το ευρύτερο μήνυμα που μπορεί να δημιουργεί αυτού του είδους η αρχιτεκτονική: ότι δηλαδή ένα νέο και μεγάλο κτίριο μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως βιώσιμο επειδή η εικόνα του κυριαρχείται από τη βλάστηση.
Εδώ ακριβώς εντοπίζει το «plant-washing».
Όπως συμβαίνει με το greenwashing, όπου μια επιχείρηση μπορεί να παρουσιάζεται περισσότερο περιβαλλοντικά υπεύθυνη από όσο πραγματικά είναι, έτσι και στην αρχιτεκτονική η έντονη παρουσία φυτών μπορεί να δημιουργεί μια ισχυρή εικόνα βιωσιμότητας χωρίς αυτή να αντανακλά απαραίτητα το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου.
Το πραγματικό αποτύπωμα βρίσκεται στα υλικά
Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα των κτιρίων δεν μπορεί να περιορίζεται στην τελική τους εικόνα.
Για να κατασκευαστεί ένα νέο κτίριο απαιτούνται τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών και ενέργειας: τσιμέντο, σκυρόδεμα, χάλυβας, γυαλί και άλλα υλικά πρέπει να παραχθούν, να μεταφερθούν και να τοποθετηθούν.
Όλες αυτές οι διαδικασίες δημιουργούν εκπομπές πριν ακόμη το κτίριο αρχίσει να χρησιμοποιείται.
Πρόκειται για τον λεγόμενο ενσωματωμένο άνθρακα (embodied carbon), μια παράμετρο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στη συζήτηση για τη βιώσιμη αρχιτεκτονική.
Ο κατασκευαστικός κλάδος και η λειτουργία των κτιρίων συνδέονται συνολικά με περίπου 37% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, γεγονός που καθιστά το δομημένο περιβάλλον ένα από τα σημαντικότερα πεδία δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Το πιο βιώσιμο κτίριο μπορεί να είναι αυτό που υπάρχει ήδη
Η θέση που προβάλλει ο Calder οδηγεί σε μια διαφορετική προσέγγιση της βιώσιμης αρχιτεκτονικής.
Αντί το πρώτο ερώτημα να είναι «πώς θα κατασκευάσουμε ένα νέο πράσινο κτίριο;», προηγείται ένα άλλο:
«Χρειάζεται πραγματικά να κατασκευάσουμε καινούργιο κτίριο;»
Η ανακαίνιση, η ενεργειακή αναβάθμιση, η αλλαγή χρήσης και η επανάχρηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος μπορούν σε πολλές περιπτώσεις να περιορίσουν σημαντικά την ανάγκη για νέα υλικά και τις εκπομπές που συνδέονται με την κατασκευή.
Η λογική αυτή συνδέεται άμεσα και με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας: πριν δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, αξιοποιείται αυτό που ήδη υπάρχει.
Τα φυτά έχουν αξία – Αλλά δεν αρκούν
Αυτό δεν σημαίνει ότι η βλάστηση στα κτίρια είναι άχρηστη.
Οι πράσινες στέγες και οι κατάλληλα σχεδιασμένες φυτεύσεις μπορούν να συμβάλουν στη σκίαση, στη διαχείριση των ομβρίων, στη βιοποικιλότητα και στη βελτίωση του μικροκλίματος των πόλεων.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν η φύτευση παρουσιάζεται ως απόδειξη συνολικής περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, χωρίς να εξετάζεται ολόκληρος ο κύκλος ζωής του κτιρίου.
Ένα πραγματικά βιώσιμο κτίριο πρέπει να αξιολογείται με βάση την ενέργεια που καταναλώνει, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, τις εκπομπές που προκάλεσε η κατασκευή του, τη διάρκεια ζωής του, τη δυνατότητα μελλοντικής επανάχρησης και τελικά το συνολικό του περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Από την «πράσινη εικόνα» στην πραγματική βιωσιμότητα
Η παρέμβαση του Barnabas Calder αγγίζει τελικά ένα ευρύτερο ζήτημα της βιώσιμης ανάπτυξης: τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται πράσινο και σε αυτό που πραγματικά μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Οι πόλεις του μέλλοντος δεν χρειάζονται απλώς περισσότερα κτίρια με φυτεμένες προσόψεις. Χρειάζονται λιγότερη σπατάλη πόρων, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των κατασκευών, επανάχρηση υφιστάμενων κτιρίων, ενεργειακές αναβαθμίσεις και σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη ολόκληρο τον κύκλο ζωής κάθε έργου.
Τα φυτά μπορούν να κάνουν ένα κτίριο πιο όμορφο, περισσότερο φιλικό προς το αστικό περιβάλλον και, υπό προϋποθέσεις, περιβαλλοντικά καλύτερο.
Δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να το κάνουν βιώσιμο.

