Από τις ΗΠΑ και τον Καναδά έως τη Γαλλία και την Ισπανία, οι ακραίες πυρκαγιές εξαπλώνονται – Η προστασία κατοικιών, υποδομών και πολιτών γίνεται κρίσιμο ζήτημα βιώσιμης ανάπτυξης
Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν πλέον κίνδυνο που αφορά συγκεκριμένες μόνο περιοχές του πλανήτη. Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι μεγαλύτερες περίοδοι ξηρασίας και η επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων κοντά σε δασικές εκτάσεις δημιουργούν μια νέα «γεωγραφία κινδύνου», στην οποία ολοένα περισσότερες κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν.
Ανάλυση του Axios, με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές στην περιοχή του Spokane της πολιτείας Ουάσινγκτον και τα μεγάλα πύρινα μέτωπα σε Γαλλία, Ισπανία και Βρετανική Κολομβία του Καναδά, αναδεικνύει αυτήν ακριβώς τη διάσταση: οι ακραίες πυρκαγιές γίνονται ένα ολοένα πιο σύνθετο πρόβλημα κλιματικής ανθεκτικότητας και ασφάλειας των τοπικών κοινωνιών.
Σχεδόν κάθε χρόνο και μία μεγάλη καταστροφή
Ο κλιματολόγος Daniel Swain επισημαίνει ότι σχεδόν κάθε χρόνο κατά την τελευταία δεκαετία έχει καταγραφεί τουλάχιστον ένα καταστροφικό επεισόδιο μεγάλης δασικής πυρκαγιάς.
Fort McMurray στον Καναδά, Καλιφόρνια, Αυστραλία, Κολοράντο, Χαβάη και πιο πρόσφατα Spokane αποτελούν διαφορετικές περιπτώσεις μιας ευρύτερης τάσης.
Οι πυρκαγιές δεν εμφανίζονται όλες για τους ίδιους λόγους και ούτε η κλιματική αλλαγή αποτελεί την άμεση αιτία ανάφλεξής τους. Μια φωτιά μπορεί να ξεκινήσει από κεραυνό, ανθρώπινη δραστηριότητα ή άλλους παράγοντες.
Αυτό που αλλάζει, όμως, είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνεται.
Οι υψηλότερες θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ξηρασία και η ξηρότερη βλάστηση μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες για μεγαλύτερες, ταχύτερες και δυσκολότερα ελεγχόμενες πυρκαγιές.
Περισσότεροι άνθρωποι μέσα στις ζώνες κινδύνου
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της εξίσωσης. Η άλλη αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι πόλεις και οι οικισμοί.
Η επέκταση κατοικιών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε περιοχές όπου το δομημένο περιβάλλον συναντά δάση και άλλες εκτάσεις με υψηλή καύσιμη ύλη σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερα σπίτια και περισσότερες υποδομές βρίσκονται εκτεθειμένα.
Ο επικεφαλής μοντέλων πυρκαγιάς της Moody’s, Firas Saleh, επισημαίνει ότι οι μεγάλες πυρκαγιές μπορεί να μοιάζουν γεωγραφικά τυχαίες, όμως από την άποψη του κινδύνου εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά.
Υψηλότερες θερμοκρασίες, μεγαλύτερη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου, αυξημένη καύσιμη ύλη και εντονότερη ανθρώπινη παρουσία σε ευάλωτες περιοχές δημιουργούν έναν επικίνδυνο συνδυασμό.
Από τον φόβο στην προετοιμασία
Η αύξηση των καταστροφικών πυρκαγιών έχει και μία σημαντική κοινωνική διάσταση: ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών που ζουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Η Susan Prichard, καθηγήτρια δασικής οικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, σημειώνει ότι όταν οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μία φυσική καταστροφή, είναι αναμενόμενο να επικεντρώνονται πρωτίστως στην άμεση προστασία της ζωής, της οικογένειας και της περιουσίας τους και όχι στην ευρύτερη συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή.
Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη η κλιματική προσαρμογή να μεταφράζεται σε πρακτικά μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν στην καθημερινότητα.
Η Claire Rapp από το Colorado State University επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τη σημασία της προετοιμασίας των νοικοκυριών, των σχεδίων εκκένωσης και των προληπτικών μέτρων.
Η βιώσιμη πόλη πρέπει να είναι και ανθεκτική
Η νέα πραγματικότητα των δασικών πυρκαγιών επαναπροσδιορίζει και την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης.
Μια πόλη ή ένας οικισμός δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά βιώσιμος εάν δεν είναι ταυτόχρονα ανθεκτικός απέναντι στις φυσικές και κλιματικές καταστροφές.
Αυτό σημαίνει ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός, οι χρήσεις γης, η διαχείριση των δασών και της καύσιμης ύλης, η ανθεκτικότητα των κτιρίων, τα δίκτυα έγκαιρης προειδοποίησης, οι οδοί διαφυγής και η ενημέρωση των πολιτών πρέπει να αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας στρατηγικής.
Η πρόληψη μιας καταστροφής δεν αφορά επομένως αποκλειστικά τις δασικές ή πυροσβεστικές υπηρεσίες. Συνδέεται άμεσα με το πώς σχεδιάζονται και αναπτύσσονται οι ίδιες οι τοπικές κοινωνίες.
Προσαρμογή σήμερα, μείωση εκπομπών για το αύριο
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών απαιτεί πλέον δράση σε δύο επίπεδα.
Το πρώτο είναι άμεσο: καλύτερη πρόληψη, διαχείριση των δασών, προετοιμασία των κατοίκων, προστασία των υποδομών και αποτελεσματικότερα σχέδια πολιτικής προστασίας.
Το δεύτερο είναι μακροπρόθεσμο: περιορισμός των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ώστε να συγκρατηθεί η περαιτέρω υπερθέρμανση και να μην επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο οι συνθήκες που ευνοούν τις ακραίες πυρκαγιές τις επόμενες δεκαετίες.
Αυτές οι δύο πολιτικές δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.
Σε έναν κόσμο όπου ο κίνδυνος μεταβάλλεται ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν, βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει πλέον και ανάπτυξη με ανθεκτικότητα: κοινωνίες που μειώνουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, αλλά ταυτόχρονα είναι καλύτερα προετοιμασμένες για τις επιπτώσεις μιας κλιματικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

