Ακραία ζέστη, ξηρασία και πυρκαγιές δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας – Πάνω από 40.000 άνθρωποι αντιμετωπίζουν προβλήματα υδροδότησης
Οι παρατεταμένοι καύσωνες που έχουν πλήξει τη Γαλλία τους τελευταίους μήνες ενδέχεται να προκαλέσουν άμεσο και έμμεσο οικονομικό κόστος από 10 έως 15 δισ. ευρώ, αναδεικνύοντας με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί πλέον και μείζονα οικονομικό κίνδυνο.
Την εκτίμηση παρουσίασε η υπουργός Περιβάλλοντος της χώρας, Μονίκ Μπαρμπού, επικαλούμενη στοιχεία της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας INSEE και επισημαίνοντας ότι η περίοδος των υψηλών θερμοκρασιών δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Το μέγεθος της δυνητικής ζημιάς φέρνει στο επίκεντρο μία κρίσιμη διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης: την ανάγκη οι οικονομίες να επενδύσουν όχι μόνο στη μείωση των εκπομπών, αλλά και στην προσαρμογή στις συνέπειες ενός κλίματος που ήδη αλλάζει.
Από τα 5,6 δισ. στα 15 δισ. ευρώ
Η σύγκριση με προηγούμενα ακραία φαινόμενα είναι ενδεικτική.
Η ξηρασία του 2022 είχε προκαλέσει στη Γαλλία άμεσες και έμμεσες οικονομικές απώλειες περίπου 5,6 δισ. ευρώ.
Φέτος, οι καύσωνες ήταν μεγαλύτερης διάρκειας και έντασης, ενώ συνδυάστηκαν με εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές και μεγαλύτερες πιέσεις στην αγροτική παραγωγή.
Εφόσον η τελική ζημιά προσεγγίσει το ανώτερο όριο των 15 δισ. ευρώ, το κόστος θα είναι σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με εκείνο της ξηρασίας του 2022.
Πάνω από 40.000 άνθρωποι με προβλήματα υδροδότησης
Η ξηρασία εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και στη διαχείριση των υδατικών πόρων.
Σύμφωνα με την υπουργό Περιβάλλοντος, περισσότεροι από 40.000 άνθρωποι στη Γαλλία αντιμετωπίζουν προβλήματα ή διακοπές υδροδότησης εξαιτίας των περιορισμένων αποθεμάτων.
Η εξέλιξη αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία που αποκτά το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής.
Η βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων, η μείωση των απωλειών στα δίκτυα, η επαναχρησιμοποίηση νερού και η δημιουργία ανθεκτικότερων υποδομών παύουν να αποτελούν μόνο περιβαλλοντικές πολιτικές και μετατρέπονται σε ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας.
Από τη γεωργία στην ενέργεια και τις μεταφορές
Οι οικονομικές συνέπειες των υψηλών θερμοκρασιών δεν περιορίζονται στον αγροτικό τομέα.
Η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα την παραγωγή ενέργειας, τις μεταφορές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις υποδομές και την παραγωγικότητα.
Στη γεωργία, οι υψηλές θερμοκρασίες και η έλλειψη νερού μπορούν να περιορίσουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών και να αυξήσουν το κόστος παραγωγής.
Στον ενεργειακό τομέα, οι καύσωνες αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη, ενώ η ξηρασία μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία επιμέρους ενεργειακών υποδομών.
Παράλληλα, η ακραία ζέστη επιβαρύνει την παραγωγικότητα της εργασίας, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα που πραγματοποιούνται σε εξωτερικούς χώρους.
Έτσι, ένα κλιματικό φαινόμενο μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές οικονομικές επιπτώσεις πολύ πέρα από την περιοχή στην οποία εκδηλώνεται.
Οι πυρκαγιές αυξάνουν τον λογαριασμό
Πρόσθετη πίεση προκαλούν οι δασικές πυρκαγιές, με την τρέχουσα περίοδο να εξελίσσεται σε ιδιαίτερα δύσκολη για την Ευρώπη.
Το πραγματικό κόστος μιας μεγάλης πυρκαγιάς δεν περιορίζεται στην κατάσβεση ή στις άμεσες ζημιές σε κατοικίες και επιχειρήσεις.
Περιλαμβάνει την απώλεια δασικού κεφαλαίου, την αποκατάσταση υποδομών, τις επιπτώσεις στον τουρισμό και στη γεωργία, τη διάβρωση του εδάφους και τον αυξημένο κίνδυνο πλημμυρών μετά την καταστροφή της βλάστησης.
Υπό αυτή την έννοια, το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα μπορεί να συνεχίζεται για χρόνια μετά την κατάσβεση της τελευταίας εστίας.
Η κλιματική αλλαγή ως οικονομικός κίνδυνος
Η περίπτωση της Γαλλίας αναδεικνύει μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η κλιματική κρίση.
Οι επιπτώσεις της δεν αποτυπώνονται μόνο στην αύξηση της θερμοκρασίας, στα στρέμματα καμένης γης ή στα μειωμένα αποθέματα νερού.
Αποτυπώνονται πλέον στους κρατικούς προϋπολογισμούς, στις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, στην παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, στις τιμές των τροφίμων και στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Αυτό καθιστά την κλιματική ανθεκτικότητα βασικό παράγοντα και της οικονομικής πολιτικής.
Η προσαρμογή ως επένδυση στη βιώσιμη ανάπτυξη
Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της συζήτησης για την πράσινη μετάβαση έχει επικεντρωθεί στον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Η μείωση των εκπομπών παραμένει απαραίτητη. Ωστόσο, τα ολοένα συχνότερα ακραία φαινόμενα δείχνουν ότι απαιτείται παράλληλα σημαντική επένδυση στην κλιματική προσαρμογή.
Ανθεκτικότερα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού, καλύτερη διαχείριση του νερού, προστασία των δασών, προσαρμογή της γεωργικής παραγωγής, περισσότερο πράσινο στις πόλεις και υποδομές σχεδιασμένες για υψηλότερες θερμοκρασίες αποτελούν πλέον βασικές επενδύσεις βιώσιμης ανάπτυξης.
Το κόστος της αδράνειας γίνεται μετρήσιμο
Η εκτίμηση για ζημιές έως 15 δισ. ευρώ στη Γαλλία δίνει τελικά οικονομική διάσταση σε μια συζήτηση που για χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως περιβαλλοντική.
Το ερώτημα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες δεν είναι πλέον μόνο πόσο κοστίζει η πράσινη και κλιματική μετάβαση, αλλά και πόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνει το κόστος όταν οι απαραίτητες επενδύσεις στην πρόληψη και την προσαρμογή καθυστερούν.
Καύσωνες, ξηρασίες, πυρκαγιές και προβλήματα υδροδότησης δείχνουν ότι η κλιματική ανθεκτικότητα συνδέεται άμεσα με τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Και όσο τα ακραία φαινόμενα εντείνονται, τόσο περισσότερο η επένδυση στην πρόληψη και την προσαρμογή μετατρέπεται από περιβαλλοντική επιλογή σε οικονομική αναγκαιότητα.

