Με 43,3 εκατομμύρια διεθνείς αφίξεις μαζί με την κρουαζιέρα και τουριστικές εισπράξεις 22,6 δισ. ευρώ χωρίς την κρουαζιέρα, το 2025 επιβεβαίωσε τη δυναμική του ελληνικού τουρισμού. Ωστόσο, νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αναδεικνύει σημαντικές προκλήσεις: γεωγραφική ανισοκατανομή, ελλείψεις προσωπικού, ανεπαρκείς υποδομές και καθυστερήσεις στην πράσινη μετάβαση.
Σε μια περίοδο ισχυρών οικονομικών επιδόσεων, ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: να συνεχίσει να επιδιώκει κυρίως την αύξηση των αφίξεων ή να επενδύσει περισσότερο στην ποιότητα, την ανθεκτικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη των προορισμών.
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές» αποτυπώνει τα ισχυρά μεγέθη του κλάδου, αλλά και τις αδυναμίες που ενδέχεται να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά του.
Τουριστικά έσοδα 22,6 δισ. ευρώ το 2025
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι διεθνείς αφίξεις στην Ελλάδα έφτασαν τα 37,98 εκατομμύρια χωρίς την κρουαζιέρα, ενώ μαζί με αυτήν ανήλθαν σε 43,3 εκατομμύρια.
Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, χωρίς την κρουαζιέρα, διαμορφώθηκαν στα 22,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,8% σε σχέση με το 2024.
Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού αντιστοιχούσε στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική, άμεση και έμμεση, εκτιμήθηκε περίπου στο 30%.
Παράλληλα, οι επενδύσεις στον κλάδο υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, η μέση διάρκεια παραμονής των επισκεπτών μειώθηκε από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025, αναδεικνύοντας την ανάγκη να εξετάζεται η οικονομική αξία του τουρισμού πέρα από τον αριθμό των αφίξεων.
Πέντε νησιά συγκεντρώνουν το 47% των διεθνών αφίξεων
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει η μελέτη είναι η άνιση γεωγραφική κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας.
Πέντε νησιά συγκεντρώνουν το 47% των διεθνών αφίξεων, ενώ οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας απορροφούν μόλις το 10% των τουριστικών εσόδων.
Παράλληλα, το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των εισπράξεων του 2025 συγκεντρώθηκαν στο τρίτο τρίμηνο.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η τουριστική πίεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στη χώρα.
Η ανάπτυξη εναλλακτικών προορισμών, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η καλύτερη διαχείριση των επισκεπτών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο.
Μόλις 8% των ξενοδοχείων με πιστοποίηση βιωσιμότητας
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα ευρήματα για την περιβαλλοντική διαχείριση.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης των εκπομπών έως το 2030.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το περιθώριο επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης του τουριστικού κλάδου.
Η κλιματική αλλαγή, η διάβρωση των ακτών και η αυξανόμενη πίεση στους υδάτινους πόρους δημιουργούν νέες ανάγκες για επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές και αποτελεσματικότερη διαχείριση των φυσικών πόρων.
Η απουσία πιστοποίησης, πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία περιβαλλοντικών πρακτικών. Αντίστοιχα, η ύπαρξη πιστοποίησης δεν υποκαθιστά τη μέτρηση των πραγματικών περιβαλλοντικών επιδόσεων.
Ελλείψεις προσωπικού παρά την αύξηση της απασχόλησης
Η βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού συνδέεται και με τις συνθήκες εργασίας.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025, η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση έφτασε τους 475.200 εργαζομένους, αντιπροσωπεύοντας το 10,8% της συνολικής απασχόλησης.
Το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από 82,1% το 2019 σε 90,4% το 2025.
Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, οι ελλείψεις προσωπικού στα ξενοδοχεία αντιστοιχούσαν στο 14% των θέσεων εργασίας.
Επιπλέον, μόλις το 24% των εργαζομένων του ξενοδοχειακού κλάδου ήταν απόφοιτοι τουριστικών σχολών.
Η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για περισσότερη εκπαίδευση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και δημιουργία σταθερότερων επαγγελματικών προοπτικών.
Υποδομές και διαχείριση προορισμών
Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Ανάπτυξης Ταξιδιών και Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΝΣΕΤΕ.
Ωστόσο, σημαντικές αδυναμίες εντοπίζονται στις μεταφορές, στις δημόσιες υποδομές και στη διαχείριση των προορισμών.
Οι καθυστερήσεις στις αερομεταφορές, οι ανάγκες εκσυγχρονισμού της αεροναυτιλίας και οι ελλείψεις σε οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις επηρεάζουν την τουριστική εμπειρία.
Στις προτεραιότητες περιλαμβάνονται επίσης η διαχείριση των υδάτων, η καθαριότητα, η προσβασιμότητα και η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Κομβικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMMOs), με αρμοδιότητες που θα υπερβαίνουν την τουριστική προβολή και θα περιλαμβάνουν τον συντονισμό και τη διαχείριση των τουριστικών ροών.
Θετική στάση των πολιτών, αλλά ανησυχία για το κόστος ζωής
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του τουρισμού.
Ωστόσο, παραμένουν έντονες οι ανησυχίες για τα ενοίκια και το κόστος διαβίωσης.
Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά κατοικίας είναι πολλοί και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό.
Η διατήρηση της κοινωνικής αποδοχής του κλάδου προϋποθέτει πολιτικές που εξισορροπούν την τουριστική ανάπτυξη με τις ανάγκες των μόνιμων κατοίκων.
Το μέλλον του τουρισμού είναι ποιοτικό και βιώσιμο
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τη σημασία της ψηφιακής μετάβασης και της Τεχνητής Νοημοσύνης για την ανταγωνιστικότητα των τουριστικών επιχειρήσεων.
Η αξιοποίηση δεδομένων, η κατάρτιση των εργαζομένων και η αποτελεσματικότερη οργάνωση των προορισμών μπορούν να υποστηρίξουν ένα πιο ανθεκτικό τουριστικό μοντέλο.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή διεθνή εικόνα, με τη συνολική εμπειρία των επισκεπτών να αξιολογείται με 9,1 στα 10, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο η διατήρηση των υψηλών επιδόσεων.
Η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού θα κριθεί από την ικανότητά του να δημιουργεί μεγαλύτερη αξία για την οικονομία, προστατεύοντας παράλληλα τους φυσικούς πόρους, τις υποδομές και την ποιότητα ζωής των τοπικών κοινωνιών.
Πηγή: ΙΝΣΕΤΕ, «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», βάσει του παρεχόμενου υλικού.

