Σημαντικά κενά στην έγκαιρη εξειδικευμένη φροντίδα, τη φαρμακευτική αντιμετώπιση και την καρδιακή αποκατάσταση αναδεικνύουν δύο ελληνικές μελέτες που παρουσιάζονται στη Θεσσαλονίκη. Η ισότιμη πρόσβαση σε αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής βιωσιμότητας.
Έξι χρόνια κατά μέσο όρο μεσολαβούν από τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας έως την παραπομπή ασθενών σε εξειδικευμένο κέντρο, σύμφωνα με ελληνική μελέτη που παρουσιάζεται στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας, το οποίο διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη έως τις 18 Οκτωβρίου.
Παράλληλα, δεύτερη μελέτη καταγράφει περιορισμένη συμμετοχή των καρδιολογικών ασθενών στη σωματική άσκηση, ακόμη και όταν αυτή έχει συστηθεί από τους θεράποντες ιατρούς.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν προκλήσεις που αφορούν όχι μόνο την κλινική αντιμετώπιση της νόσου, αλλά και την οργάνωση ενός προσβάσιμου και αποτελεσματικού συστήματος υγείας.
Έξι χρόνια μέχρι την εξειδικευμένη παρακολούθηση
Η πρώτη μελέτη πραγματοποιήθηκε από τη Γ΄ Καρδιολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Νοσοκομείο «Ιπποκράτειο», και περιέλαβε 323 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Ο μέσος χρόνος από τη διάγνωση έως την παραπομπή στο εξειδικευμένο ιατρείο έφτανε τα έξι χρόνια.
Επιπλέον, μόλις περίπου ένας στους τρεις ασθενείς λάμβανε και τις τέσσερις βασικές κατηγορίες φαρμάκων που συνιστώνται για την αντιμετώπιση της νόσου.
Οι συχνότερες συννοσηρότητες ήταν η κολπική μαρμαρυγή (38%), η αρτηριακή υπέρταση (35%) και ο σακχαρώδης διαβήτης (28%).
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης παραπομπής και της συστηματικής παρακολούθησης, ώστε να αξιολογούνται η θεραπευτική αγωγή και η ανάγκη εξειδικευμένων παρεμβάσεων.
Τα αποτελέσματα αφορούν τον συγκεκριμένο πληθυσμό της μελέτης και δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως αντιπροσωπευτικά όλων των ασθενών στην Ελλάδα.
Μόλις το 52,7% δήλωσε ότι ασκείται
Η δεύτερη μελέτη, από τα Νοσοκομεία Βέροιας και Κοζάνης, εξέτασε 220 ασθενείς, με μέση ηλικία τα 71 έτη.
Παρότι η άσκηση είχε συστηθεί σε όλους, μόνο το 52,7% δήλωσε ότι ασκούνταν.
Η διαφορά ήταν ιδιαίτερα αισθητή μεταξύ των διαγνωστικών ομάδων: το 61% των ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο ανέφερε σωματική δραστηριότητα, έναντι μόλις 29,4% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια.
Το περπάτημα ή το τρέξιμο αποτελούσε τη συνηθέστερη μορφή άσκησης, με μέση αναφερόμενη διάρκεια περίπου 30 λεπτών.
Από όσους ασκούνταν, το 87,1% δήλωσε ότι είχε διαπιστώσει κάποιο όφελος.
Ελλείψεις στην ενημέρωση και την οργανωμένη αποκατάσταση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την ενημέρωση των ασθενών.
Περίπου το 37,3% δήλωσε ότι δεν γνώριζε εάν η άσκηση προσφέρει οφέλη, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη αποτελεσματικότερης επικοινωνίας και καθοδήγησης.
Μόλις το 31,8% του συνόλου θεωρούσε ότι θα βοηθούσε η λειτουργία ειδικού κέντρου υποστήριξης της άσκησης.
Ωστόσο, μεταξύ των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, το ποσοστό θετικής ανταπόκρισης έφτανε το 61,8%, έναντι 24% στους ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι ανάγκες υποστήριξης διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με την κατάσταση υγείας των ασθενών.
Η άσκηση στην καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να εξατομικεύεται και να πραγματοποιείται σύμφωνα με την ιατρική αξιολόγηση και καθοδήγηση.
Η καρδιακή φροντίδα ως ζήτημα βιώσιμης υγείας
Η έγκαιρη διάγνωση, η πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες και η οργανωμένη αποκατάσταση αποτελούν βασικά στοιχεία ενός ανθεκτικού συστήματος υγείας.
Η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων και η καλύτερη ενημέρωση των ασθενών συνδέονται με τον Στόχο 3 του ΟΗΕ για καλή υγεία και ευημερία, αλλά και με τον Στόχο 10 για τη μείωση των ανισοτήτων.
Το βασικό μήνυμα των δύο μελετών είναι ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας δεν περιορίζεται στη φαρμακευτική θεραπεία: απαιτεί έγκαιρη πρόσβαση στη φροντίδα, συνεχή παρακολούθηση και κατάλληλα οργανωμένη αποκατάσταση.
Πηγή: Ελληνικές μελέτες που παρουσιάζονται στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας, βάσει του παρεχόμενου υλικού.

