Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αφορά μόνο την προστασία του περιβάλλοντος. Αφορά εξίσου τη δημιουργία μιας οικονομίας ανθεκτικής στον χρόνο, τη συνετή διαχείριση των δημόσιων πόρων και, κυρίως, τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Υπό αυτή την έννοια, η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες μιας πραγματικά βιώσιμης οικονομικής πολιτικής.
Όσο μειώνεται το χρέος, μεγαλώνει το όφελος για τους πολίτες
Η συζήτηση γύρω από τις πρόωρες αποπληρωμές του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι απλώς μια τεχνική συζήτηση αριθμών και οικονομικών δεικτών. Αφορά το πόσο ισχυρή και ανθεκτική οικονομία θα παραδώσει η σημερινή γενιά στις επόμενες.
Για πολλά χρόνια η Ελλάδα ακολούθησε ένα μοντέλο στο οποίο σημαντικό μέρος του κόστους των επιλογών του παρόντος μεταφερόταν στο μέλλον. Το αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση ενός τεράστιου δημόσιου χρέους και, τελικά, μια πρωτοφανής οικονομική κρίση που περιόρισε εισοδήματα, επενδύσεις και κοινωνικές δυνατότητες.
Η σημερινή πολιτική επιχειρεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση: μείωση των υποχρεώσεων του μέλλοντος, περιορισμός των τόκων και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Αυτό ακριβώς αποτελεί και βασική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης: να ικανοποιούμε τις ανάγκες του σήμερα χωρίς να υποθηκεύουμε τις δυνατότητες των επόμενων γενεών.
€12,84 δισ. πρόωρες αποπληρωμές το 2026
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το συνολικό ύψος των πρόωρων αποπληρωμών δημόσιου χρέους για το 2026 αναμένεται να φτάσει περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ.
Σε αυτά περιλαμβάνονται:
- περίπου 6,94 δισ. ευρώ από την αποπληρωμή διμερών δανείων του GLF,
- 1,2 δισ. ευρώ από τη μείωση των Εντόκων Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου,
- 2,5 δισ. ευρώ από την επικείμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF,
- περίπου 2,2 δισ. ευρώ από την επικείμενη πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του Ελληνικού Δημοσίου με λήξη τον Δεκέμβριο του 2027.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η αποπληρωμή χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική και όχι δημοσιονομική συναλλαγή. Δεν πρόκειται, επομένως, για χρήματα τα οποία μπορούν αυτομάτως να μετατραπούν σε ισόποσες πρόσθετες δημόσιες δαπάνες χωρίς επίπτωση στους δημοσιονομικούς κανόνες και στους στόχους δαπανών.
Γι’ αυτό και η αντιπαράθεση γύρω από το εάν τα συγκεκριμένα ποσά θα μπορούσαν απλώς να «μοιραστούν» αλλού παραβλέπει μια ουσιώδη διάσταση της δημοσιονομικής λειτουργίας.
Εξοικονόμηση €370 εκατ. κάθε χρόνο
Η σύνδεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάσει κανείς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους που προεξοφλείται ανέρχεται σε περίπου 7,1 χρόνια, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του βρίσκεται περίπου στο 2,9%.
Με αυτές τις παραδοχές, η μείωση των δαπανών για τόκους δημιουργεί εκτιμώμενο ετήσιο όφελος περίπου 370 εκατ. ευρώ για το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ σε ορίζοντα επταετίας το συνολικό όφελος υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα της πολιτικής.
Λιγότεροι τόκοι σημαίνουν περισσότερες δυνατότητες για το μέλλον.
Δημιουργούνται σταδιακά μεγαλύτερα περιθώρια ώστε δημόσιοι πόροι να μπορούν να κατευθυνθούν σε τομείς που βρίσκονται στον πυρήνα της βιώσιμης ανάπτυξης: στην παιδεία και την υγεία, στις πράσινες και ψηφιακές υποδομές, στην ενεργειακή μετάβαση, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, στην κοινωνική συνοχή και στη στήριξη της παραγωγικής οικονομίας.
Οικονομική βιωσιμότητα σημαίνει ανθεκτικότητα
Μια χώρα με χαμηλότερο χρέος και μικρότερες ανάγκες αναχρηματοδότησης είναι περισσότερο προστατευμένη απέναντι σε διεθνείς αναταράξεις, αυξήσεις επιτοκίων και νέες οικονομικές κρίσεις.
Παράλληλα, η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση του κόστους χρηματοδότησης όχι μόνο για το Δημόσιο αλλά και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Αυτό δημιουργεί έναν θετικό κύκλο:
μικρότερο χρέος → λιγότεροι τόκοι → χαμηλότερο χρηματοδοτικό κόστος → περισσότερος δημοσιονομικός χώρος → περισσότερες δυνατότητες για επενδύσεις και κοινωνική πολιτική → ισχυρότερη και πιο βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο στόχος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε βάθος χρόνου. Η Ελλάδα φιλοδοξεί να πάψει να βρίσκεται στην πρώτη θέση των περισσότερο υπερχρεωμένων χωρών της Ευρώπης και, προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να υποχωρήσει κάτω από το όριο του 100%.

Βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει να μην αφήνεις τον λογαριασμό στα παιδιά σου
Η πραγματική βιωσιμότητα μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσο αναπτύσσεται σήμερα, αλλά και από το τι παραδίδει αύριο.
Μια οικονομία που καταναλώνει σήμερα μεταφέροντας συνεχώς χρέη στις επόμενες γενιές δεν μπορεί να χαρακτηριστεί βιώσιμη. Αντίθετα, η σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, όταν συνδυάζεται με ανάπτυξη, επενδύσεις, κοινωνική συνοχή και προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργεί ισχυρότερες βάσεις για το μέλλον.
Γι’ αυτό η μείωση του χρέους δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας απομονωμένος λογιστικός στόχος. Είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής οικονομικής, κοινωνικής και διαγενεακής βιωσιμότητας.
Το ζητούμενο είναι απλό: η επόμενη γενιά να παραλάβει μια Ελλάδα με περισσότερες δυνατότητες και λιγότερες υποχρεώσεις.
Γιατί όσο μειώνεται το χρέος, δεν μειώνεται μόνο ένας αριθμός. Μειώνεται το βάρος του παρελθόντος και μεγαλώνει ο διαθέσιμος χώρος για ένα πιο βιώσιμο μέλλον.

