Προειδοποίηση του ΟΗΕ για το τεράστιο χρηματοδοτικό χάσμα – Η COP17 καλείται να μετατρέψει τις διεθνείς δεσμεύσεις σε πραγματικές επενδύσεις για τη φύση
Μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της παγκόσμιας προσπάθειας για βιώσιμη ανάπτυξη αναδεικνύουν τα τελευταία στοιχεία για τη χρηματοδότηση της βιοποικιλότητας: την ώρα που κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί δεσμεύονται για την προστασία των οικοσυστημάτων, πολλαπλάσια κεφάλαια εξακολουθούν να κατευθύνονται σε οικονομικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην υποβάθμισή τους.
Σύμφωνα με την εκτελεστική γραμματέα της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα, Άστριντ Σομέικερ, για κάθε 1 δολάριο που δαπανάται για την προστασία της φύσης, περίπου 30 δολάρια κατευθύνονται σε δραστηριότητες που προκαλούν ή ενισχύουν την καταστροφή της.
Η προειδοποίηση διατυπώθηκε με την ολοκλήρωση των διεθνών συνομιλιών στο Ναϊρόμπι και στρέφει πλέον το ενδιαφέρον στην COP17 για τη βιοποικιλότητα, που προγραμματίζεται για τις 19 έως 30 Οκτωβρίου στο Γερεβάν της Αρμενίας.
Από την κλιματική χρηματοδότηση στη χρηματοδότηση της φύσης
Η προστασία της βιοποικιλότητας εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της διεθνούς ατζέντας βιώσιμης ανάπτυξης.
Για χρόνια, μεγάλο μέρος της πράσινης χρηματοδότησης επικεντρωνόταν στην κλιματική αλλαγή, στις εκπομπές άνθρακα και στην ενεργειακή μετάβαση.
Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία εξαρτάται εξίσου από το φυσικό κεφάλαιο: δάση, νερό, υγιή εδάφη, ωκεανούς, επικονιαστές και λειτουργικά οικοσυστήματα.
Η απώλεια αυτών των πόρων δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική απειλή. Μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό κίνδυνο για τη γεωργία, τη βιομηχανία τροφίμων, τον τουρισμό, τις κατασκευές, τη φαρμακευτική βιομηχανία, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τελικά για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το παράδοξο του 1 προς 30
Το στοιχείο που παρουσίασε η Σύμβαση του ΟΗΕ αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος.
Για κάθε δολάριο που επενδύεται στην προστασία και αποκατάσταση της φύσης, περίπου 30 δολάρια εξακολουθούν να χρηματοδοτούν δραστηριότητες που συμβάλλουν στην υποβάθμισή της.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο η εξεύρεση περισσότερων χρημάτων για τη βιοποικιλότητα.
Είναι και η ανακατεύθυνση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών ροών.
Αυτό σημαίνει επανεξέταση επιδοτήσεων, επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων που ενδέχεται να ενθαρρύνουν την αποψίλωση, την υπερεκμετάλλευση φυσικών πόρων, την υποβάθμιση εδαφών ή άλλες δραστηριότητες με σημαντικές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα.
Η Αφρική στο επίκεντρο
Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Η Αφρική φιλοξενεί περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας βιοποικιλότητας, ενώ παράλληλα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Πολλές αφρικανικές χώρες, όμως, διαθέτουν περιορισμένους χρηματοδοτικούς και τεχνολογικούς πόρους για την προστασία των οικοσυστημάτων τους.
Έτσι δημιουργείται ένα κρίσιμο ζήτημα περιβαλλοντικής και οικονομικής δικαιοσύνης: χώρες με εξαιρετικά σημαντικό φυσικό πλούτο καλούνται να προστατεύσουν οικοσυστήματα παγκόσμιας σημασίας χωρίς να διαθέτουν πάντοτε τα απαιτούμενα κεφάλαια, τεχνολογία και τεχνογνωσία.
Οι 23 στόχοι έως το 2030
Στο επίκεντρο της διεθνούς προσπάθειας βρίσκεται το Παγκόσμιο Πλαίσιο Βιοποικιλότητας Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, το οποίο εγκρίθηκε το 2022 και περιλαμβάνει 23 στόχους έως το 2030.
Οι στόχοι εντάσσονται σε τέσσερις ευρύτερες επιδιώξεις με ορίζοντα το 2050: τον περιορισμό της εξαφάνισης ειδών που προκαλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες, τη βιώσιμη διαχείριση των οικοσυστημάτων, τη δίκαιη κατανομή των οφελών από τους γενετικούς πόρους και τη γεφύρωση του χρηματοδοτικού κενού για τη βιοποικιλότητα.
Η πρώτη παγκόσμια έκθεση προόδου, η οποία βασίστηκε σε στοιχεία από 125 χώρες, καταγράφει σημαντική κινητοποίηση γύρω από τους στόχους.
Παράλληλα, όμως, εντοπίζει επίμονες αδυναμίες στη χρηματοδότηση, στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στη μεταφορά τεχνολογίας.
Η φύση μπαίνει στον οικονομικό σχεδιασμό
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που επιχειρείται διεθνώς είναι η ενσωμάτωση της βιοποικιλότητας στις οικονομικές αποφάσεις.
Για δεκαετίες, μεγάλο μέρος των υπηρεσιών που προσφέρει η φύση αντιμετωπιζόταν στην πράξη ως απεριόριστο και δωρεάν.
Ωστόσο, η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων αποδεικνύει ότι το κόστος μπορεί απλώς να εμφανιστεί αργότερα με διαφορετική μορφή: χαμηλότερες αγροτικές αποδόσεις, έλλειψη νερού, μεγαλύτεροι κίνδυνοι πλημμυρών, απώλεια τουριστικών πόρων και υψηλότερες ανάγκες για έργα προστασίας και αποκατάστασης.
Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί επομένως η αξία του φυσικού κεφαλαίου να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη στον σχεδιασμό δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Επιχειρήσεις και τράπεζες απέναντι στον κίνδυνο της φύσης
Η πίεση δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις.
Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις καλούνται σταδιακά να αξιολογούν πόσο εξαρτώνται από τη φύση και ποιες επιπτώσεις δημιουργούν σε αυτήν.
Για μία τράπεζα, για παράδειγμα, η χρηματοδότηση μιας δραστηριότητας που εξαρτάται έντονα από υδατικούς πόρους μπορεί να ενέχει μεγαλύτερο οικονομικό κίνδυνο σε μια περιοχή που αντιμετωπίζει αυξανόμενη λειψυδρία.
Αντίστοιχα, μια επιχείρηση τροφίμων μπορεί να αντιμετωπίσει σημαντικό κίνδυνο εάν η υποβάθμιση των εδαφών ή η απώλεια επικονιαστών επηρεάσει την παραγωγή πρώτων υλών.
Με αυτόν τον τρόπο, η απώλεια βιοποικιλότητας μετατρέπεται σταδιακά από περιβαλλοντικό ζήτημα σε παράγοντα επιχειρηματικού και χρηματοοικονομικού κινδύνου.
Η COP17 ως κρίσιμο τεστ
Η COP17 στο Γερεβάν αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό σταθμό για την αξιολόγηση της εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου Βιοποικιλότητας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο εάν οι χώρες εξακολουθούν να υποστηρίζουν τους στόχους που συμφωνήθηκαν, αλλά κατά πόσο έχουν δημιουργήσει τους μηχανισμούς και εξασφαλίσει τους πόρους για να τους εφαρμόσουν.
Τα επόμενα χρόνια μέχρι το 2030 είναι καθοριστικά.
Όσο καθυστερούν οι παρεμβάσεις, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνεται το κόστος αποκατάστασης των οικοσυστημάτων και τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ορισμένες απώλειες να γίνουν μη αναστρέψιμες.
Το μεγάλο στοίχημα: να σταματήσει η χρηματοδότηση της καταστροφής
Το μήνυμα από το Ναϊρόμπι είναι τελικά σαφές: δεν αρκεί να αυξηθούν τα κεφάλαια για την προστασία της φύσης, εάν την ίδια στιγμή πολύ μεγαλύτερα ποσά συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την υποβάθμισή της.
Η πραγματική αλλαγή απαιτεί οι στόχοι για τη βιοποικιλότητα να περάσουν στους κρατικούς προϋπολογισμούς, στις επενδυτικές αποφάσεις, στις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και στις στρατηγικές των επιχειρήσεων.
Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει μια οικονομία που δεν αντιμετωπίζει τη φύση ως ανεξάντλητη πρώτη ύλη, αλλά ως κεφάλαιο από το οποίο εξαρτώνται η παραγωγή, η ευημερία και η ίδια η οικονομική σταθερότητα.
Το 1 προς 30 αποτυπώνει πόσο μεγάλη παραμένει σήμερα η απόσταση. Η πρόκληση μέχρι το 2030 είναι να αρχίσει να αντιστρέφεται αυτή η σχέση.

