Το νορβηγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο προειδοποιεί για αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των ανεξάρτητων μετόχων – Η ισορροπία μεταξύ ισχυρών ιδρυτών, κεφαλαιαγορών και λογοδοσίας
Η συζήτηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη δεν περιορίζεται πλέον στο περιβάλλον και στις εκπομπές άνθρακα. Ένα εξίσου κρίσιμο πεδίο είναι η εταιρική διακυβέρνηση, δηλαδή το «G» του ESG, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο διοικούνται οι επιχειρήσεις, κατανέμεται η εξουσία και προστατεύονται οι μέτοχοι.
Σε αυτό το πεδίο, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας εκφράζει ανησυχία για τη σταδιακή αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των ανεξάρτητων επενδυτών σε μεγάλες διεθνείς αγορές.
Η ανησυχία του αφορά μια τάση σύμφωνα με την οποία οι κανόνες γίνονται περισσότερο ευνοϊκοί για ιδρυτές και insiders, ενώ οι υπόλοιποι μέτοχοι αποκτούν μικρότερη επιρροή στις αποφάσεις των εταιρειών στις οποίες τοποθετούν τα κεφάλαιά τους.
Για έναν από τους μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές του κόσμου, το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό. Αφορά την ποιότητα και τη βιωσιμότητα των ίδιων των κεφαλαιαγορών.
Το «G» του ESG και η προστασία των επενδυτών
Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει επιχειρήσεις που μπορούν να λειτουργούν μακροπρόθεσμα με διαφάνεια, λογοδοσία και σαφείς κανόνες ελέγχου.
Η εταιρική διακυβέρνηση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι στρατηγικές αποφάσεις, ελέγχεται η διοίκηση και αντιμετωπίζονται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων.
Όταν η ισχύς συγκεντρώνεται υπερβολικά σε έναν ιδρυτή ή μια μικρή ομάδα στελεχών, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου, αυξάνεται ο κίνδυνος οι υπόλοιποι μέτοχοι να διαθέτουν κεφάλαιο χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα επιρροής.
Το ζήτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του Governance, ενός από τους τρεις βασικούς πυλώνες του ESG μαζί με το Περιβάλλον και την Κοινωνία.
Οι dual-share structures στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εξάπλωση των λεγόμενων dual-share structures, δηλαδή εταιρικών σχημάτων στα οποία διαφορετικές κατηγορίες μετοχών συνοδεύονται από διαφορετικά δικαιώματα ψήφου.
Στην πράξη, οι ιδρυτές και τα ανώτερα στελέχη μπορούν να διατηρούν μετοχές με πολλαπλάσια δικαιώματα ψήφου, ενώ οι νέοι επενδυτές αποκτούν κοινές μετοχές με μικρότερη δυνατότητα παρέμβασης στη διοίκηση.
Το μοντέλο αυτό μπορεί να προσφέρει στους ιδρυτές μεγαλύτερη ελευθερία για την υλοποίηση μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής χωρίς συνεχή πίεση από τις αγορές.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα ουσιαστικό ζήτημα ισορροπίας: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να διαχωρίζεται η οικονομική ιδιοκτησία από τον πραγματικό έλεγχο μιας εταιρείας;
Παγκόσμια τάση
Σύμφωνα με στελέχη του νορβηγικού fund, η τάση δεν περιορίζεται σε μία μόνο αγορά.
Παρόμοιες εξελίξεις παρατηρούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ευρώπη και στο Χονγκ Κονγκ.
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα ψήφου. Επεκτείνεται και σε αλλαγές στις υποχρεώσεις εταιρικής πληροφόρησης, καθώς και σε περιορισμούς στη δυνατότητα των επενδυτών να προσφεύγουν νομικά κατά εταιρειών ή διοικητικών συμβουλίων.
Για τη βιώσιμη χρηματοδότηση, η διαφάνεια αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση. Χωρίς αξιόπιστη πληροφόρηση και δυνατότητα ελέγχου της διοίκησης, ακόμη και οι πιο φιλόδοξοι στόχοι ESG είναι δυσκολότερο να αξιολογηθούν.
Ο ανταγωνισμός για τα μεγάλα IPOs
Μία από τις αιτίες της μεταβολής φαίνεται να είναι ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ διεθνών χρηματιστηρίων για την προσέλκυση σημαντικών νέων εισαγωγών.
Οι κεφαλαιαγορές επιδιώκουν να προσελκύσουν ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα από τους κλάδους της τεχνολογίας και της καινοτομίας.
Αυτό δημιουργεί ένα λεπτό δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, τα χρηματιστήρια θέλουν να παραμένουν ανταγωνιστικά και ελκυστικά για κορυφαίες επιχειρήσεις. Από την άλλη, η υπερβολική χαλάρωση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης μπορεί να μειώσει την προστασία των επενδυτών και μακροπρόθεσμα να πλήξει την εμπιστοσύνη στις ίδιες τις αγορές.
Η βιωσιμότητα των κεφαλαιαγορών, συνεπώς, δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα κεφάλαια μπορούν να συγκεντρώσουν, αλλά και από το κατά πόσο οι κανόνες παραμένουν αξιόπιστοι και ισορροπημένοι.
Η ανάγκη για δικλίδες ασφαλείας
Όταν εταιρείες επιλέγουν δομές ενισχυμένων δικαιωμάτων ψήφου, το νορβηγικό fund θεωρεί σημαντική την ύπαρξη συγκεκριμένων δικλίδων ασφαλείας.
Μία τέτοια επιλογή είναι οι λεγόμενες sunset clauses, προβλέψεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες τα ειδικά δικαιώματα ψήφου περιορίζονται ή καταργούνται μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ή όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διατηρηθεί για μια περίοδο η δυνατότητα του ιδρυτή να εφαρμόσει το όραμά του, χωρίς όμως η ανισορροπία στα δικαιώματα ψήφου να γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της εταιρείας.
Η διακυβέρνηση ως προϋπόθεση βιώσιμων επιχειρήσεων
Η σημασία του θέματος ξεπερνά τα δικαιώματα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας επενδυτών.
Η καλή εταιρική διακυβέρνηση σχετίζεται με τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα μιας επιχείρησης, την ποιότητα των αποφάσεών της και τη δυνατότητα των επενδυτών να αξιολογούν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν.
Μια εταιρεία μπορεί να διαθέτει φιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους και κοινωνικές πολιτικές. Χωρίς όμως ισχυρή διακυβέρνηση, μηχανισμούς λογοδοσίας και ανεξάρτητο έλεγχο, είναι δυσκολότερο να εξασφαλιστεί ότι αυτοί οι στόχοι θα υλοποιηθούν.
Γι’ αυτό και το «G» του ESG συχνά λειτουργεί ως η βάση πάνω στην οποία στηρίζονται τόσο το «E» όσο και το «S».
Από την ανάπτυξη στη μακροπρόθεσμη αξία
Η συζήτηση που ανοίγει το νορβηγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο αφορά τελικά ένα βασικό δίλημμα της σύγχρονης οικονομίας: πώς μπορούν οι αγορές να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την επιχειρηματική ανάπτυξη χωρίς να θυσιάζουν τη λογοδοσία και τα δικαιώματα όσων παρέχουν τα κεφάλαια.
Σε μια εποχή όπου το ESG βρίσκεται υπό μεγαλύτερη πίεση και οι αγορές στρέφουν ξανά την προσοχή τους στην ανάπτυξη, στην τεχνολογία και στις μεγάλες εισαγωγές, η εταιρική διακυβέρνηση παραμένει καθοριστικός παράγοντας μακροπρόθεσμης αξίας.
Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν απαιτεί μόνο επιχειρήσεις που μειώνουν τις εκπομπές τους. Απαιτεί και επιχειρήσεις με διαφάνεια, ισορροπημένη κατανομή εξουσίας, προστασία των επενδυτών και ουσιαστικούς μηχανισμούς λογοδοσίας.
Γιατί τελικά μια πραγματικά βιώσιμη εταιρεία δεν κρίνεται μόνο από το τι παράγει και το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο διοικείται.

