Έρευνα σε 309 επιχειρήσεις αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ σχεδιασμού και υλοποίησης – Κόστος, γραφειοκρατία και έλλειψη τεχνογνωσίας στα βασικά εμπόδια
Η βιώσιμη ανάπτυξη περνά πλέον από τη θεωρία στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, καθώς το ενεργειακό κόστος, η αποδοτικότερη χρήση των πόρων και οι νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις επηρεάζουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα.
Στην Αττική, οι επιχειρήσεις φαίνεται να αναγνωρίζουν ολοένα περισσότερο αυτή τη νέα πραγματικότητα. Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στο επόμενο βήμα: πώς η πρόθεση για πράσινη μετάβαση θα μετατραπεί σε πραγματικές και οικονομικά βιώσιμες επενδύσεις.
Αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά συμπεράσματα της δεύτερης θεματικής μελέτης του Παρατηρητηρίου Ανταγωνιστικότητας και Επιχειρηματικότητας της Περιφέρειας Αττικής «Athens Forward», με αντικείμενο την «Πράσινη Οικονομία και Αειφόρο Ανάπτυξη».
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Grant Thornton και βασίστηκε στις απαντήσεις 309 επιχειρήσεων του λεκανοπεδίου, καταγράφοντας τόσο την πρόοδο προς περισσότερο βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα όσο και τα εμπόδια που περιορίζουν τις πράσινες επενδύσεις.
Η βιωσιμότητα γίνεται παράγοντας ανταγωνιστικότητας
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ότι η βιωσιμότητα αποκτά ουσιαστικότερη θέση στον στρατηγικό σχεδιασμό των επιχειρήσεων.
Η εξοικονόμηση ενέργειας, η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και η αποτελεσματικότερη χρήση των διαθέσιμων πόρων δεν αντιμετωπίζονται πλέον αποκλειστικά ως περιβαλλοντικές επιλογές.
Συνδέονται άμεσα με το λειτουργικό κόστος, την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα μιας επιχείρησης.
Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξης. Μια ενεργειακή αναβάθμιση, για παράδειγμα, μπορεί ταυτόχρονα να περιορίσει την κατανάλωση ενέργειας και τις εκπομπές, αλλά και να μειώσει τα λειτουργικά έξοδα μιας επιχείρησης.
Παρά την αλλαγή νοοτροπίας, όμως, η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση παραμένει δύσκολη.
Το χάσμα μεταξύ πρόθεσης και επένδυσης
Το αυξημένο αρχικό κόστος, η έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης, η αβεβαιότητα σχετικά με την απόδοση μιας επένδυσης και οι περιορισμένοι οργανωτικοί πόροι λειτουργούν ανασταλτικά.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τμήμα της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Για μια μεγάλη εταιρεία, η δημιουργία ενός επενδυτικού σχεδίου ενεργειακής αναβάθμισης ή η παρακολούθηση νέων περιβαλλοντικών απαιτήσεων μπορεί να ανατεθεί σε εξειδικευμένα στελέχη.
Για μια πολύ μικρή επιχείρηση, η ίδια διαδικασία μπορεί να απαιτεί εξωτερικούς συμβούλους, χρόνο και κεφάλαια που δεν είναι πάντοτε διαθέσιμα.
Έτσι δημιουργείται ο κίνδυνος μιας πράσινης μετάβασης δύο ταχυτήτων, στην οποία οι μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες επιχειρήσεις προσαρμόζονται γρηγορότερα, ενώ οι μικρότερες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Γιατί δεν αρκεί μόνο η χρηματοδότηση
Η πρόσβαση σε κεφάλαια αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά σύμφωνα με τη μελέτη δεν αρκεί από μόνη της.
Οι επιχειρήσεις χρειάζονται ταυτόχρονα τεχνική καθοδήγηση, ενημέρωση, συμβουλευτική υποστήριξη και βοήθεια στην προετοιμασία ώριμων επενδυτικών σχεδίων.
Ακόμη και όταν υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση, μια επιχείρηση πρέπει να γνωρίζει ποια τεχνολογία ταιριάζει στις ανάγκες της, ποια επένδυση έχει μεγαλύτερη απόδοση και σε πόσο χρόνο μπορεί να γίνει η απόσβεσή της.
Αυτό μετατρέπει την τεχνογνωσία σε εξίσου σημαντικό παράγοντα με τη χρηματοδότηση.
Η γραφειοκρατία επιβραδύνει την πράσινη μετάβαση
Σημαντικό εμπόδιο εξακολουθεί να αποτελεί και η πολυπλοκότητα των διοικητικών και κανονιστικών διαδικασιών.
Η προετοιμασία μιας επένδυσης μπορεί να απαιτεί χρόνο, δικαιολογητικά, παρακολούθηση χρηματοδοτικών προγραμμάτων και εξειδικευμένη γνώση.
Για τις μικρότερες επιχειρήσεις το διοικητικό βάρος είναι αναλογικά μεγαλύτερο, καθώς συχνά δεν διαθέτουν οργανωμένα τμήματα που μπορούν να παρακολουθούν διαρκώς τις αλλαγές.
Η απλούστευση των διαδικασιών, η σταθερότητα του πλαισίου και η εύκολη πρόσβαση στην απαραίτητη πληροφόρηση μπορούν επομένως να λειτουργήσουν ως σημαντικοί επιταχυντές των πράσινων επενδύσεων.
Ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα στήριξης
Το μήνυμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι δεν υπάρχει μία μοναδική λύση.
Οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που να συνδυάζει:
χρηματοδότηση, τεχνική βοήθεια, συμβουλευτική, ενημέρωση και ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Περιφέρεια Αττικής επιδιώκει να λειτουργήσει ως κρίκος μεταξύ επιχειρήσεων, διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων, επιμελητηρίων, πανεπιστημίων και ερευνητικών φορέων.
Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση από την απλή συμμόρφωση με περιβαλλοντικές απαιτήσεις στη δημιουργία ενός παραγωγικού μοντέλου με χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη αποδοτικότητα και καλύτερη προσαρμογή στις οικονομικές και κλιματικές αλλαγές.
95,5 εκατ. ευρώ για 1.044 επενδυτικά σχέδια
Τα συμπεράσματα της έρευνας συνδέονται και με το πρόγραμμα «Attiki On», μέσω του οποίου έχουν εγκριθεί 1.044 επενδυτικά σχέδια μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Η συνολική χρηματοδότηση ανέρχεται σε 95,5 εκατ. ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους.
Τα επενδυτικά σχέδια περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ενεργειακές αναβαθμίσεις, ψηφιακό και τεχνολογικό μετασχηματισμό, ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του ενεργειακού και λειτουργικού κόστους.
Ο περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς υπογράμμισε ότι η πράσινη μετάβαση «δεν αποτελεί μια θεωρητική συζήτηση του μέλλοντος», καθώς ήδη επηρεάζει το ενεργειακό κόστος, την παραγωγικότητα και την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε νέες αγορές.
Από την περιβαλλοντική υποχρέωση στην επιχειρηματική ευκαιρία
Το σημαντικότερο ίσως συμπέρασμα είναι ότι η πράσινη μετάβαση και η ανταγωνιστικότητα δεν αποτελούν πλέον δύο ξεχωριστές ατζέντες.
Για μια επιχείρηση, η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και πρώτων υλών μπορεί να σημαίνει χαμηλότερο κόστος. Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα. Η προσαρμογή στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, συνεργασίες και νέες αγορές.
Το μεγάλο στοίχημα είναι αυτή η μετάβαση να είναι προσβάσιμη και στις μικρότερες επιχειρήσεις.
Για να συμβεί αυτό, δεν αρκούν μόνο περισσότερα κεφάλαια. Χρειάζεται ένα οικοσύστημα πράσινης επιχειρηματικότητας που θα περιορίζει τη γραφειοκρατία και την αβεβαιότητα, θα προσφέρει τεχνογνωσία και θα βοηθά τις επιχειρήσεις να μετατρέπουν τη βιωσιμότητα από στρατηγική πρόθεση σε συγκεκριμένη και αποδοτική επένδυση.
Αυτό είναι τελικά και ένα από τα βασικά ζητούμενα της βιώσιμης ανάπτυξης: η περιβαλλοντική μετάβαση να μη λειτουργεί ως πρόσθετο βάρος για την οικονομία, αλλά ως μοχλός εκσυγχρονισμού, ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας.

