Η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ταυτόχρονες κρίσεις που ξεπερνούν τα σύνορα των κρατών-μελών – Το μεγάλο στοίχημα είναι πλέον η ανθεκτικότητα, η στρατηγική αυτονομία και η κοινή ευρωπαϊκή απάντηση
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή συσσώρευση προκλήσεων που δεν αφορούν μόνο τη γεωπολιτική ή την οικονομία, αλλά το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης της ηπείρου.
Πόλεμοι και διεθνείς εντάσεις, ενεργειακή αβεβαιότητα, κλιματική κρίση, τεχνολογικός ανταγωνισμός και μεταναστευτικές πιέσεις δημιουργούν μια ιδιότυπη «τέλεια καταιγίδα», δοκιμάζοντας την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύσει την οικονομία και τις κοινωνίες της και ταυτόχρονα να διατηρήσει την πορεία προς μια περισσότερο βιώσιμη και ανθεκτική ανάπτυξη.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το πλήθος των κρίσεων. Είναι ότι μεγάλο μέρος των εξελίξεων που επηρεάζουν άμεσα την Ευρώπη διαμορφώνεται εκτός των συνόρων της.
Η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση που θα επηρέαζε τη διακίνηση πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, αύξηση του μεταφορικού κόστους και νέες πληθωριστικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Η εξάρτηση της διεθνούς οικονομίας από τέτοιους γεωπολιτικά ευάλωτους διαδρόμους αναδεικνύει μία διάσταση της πράσινης μετάβασης που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο: η ανάπτυξη εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί και πολιτική ενεργειακής ασφάλειας.
Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα της Ευρώπης να παράγει καθαρή ενέργεια στο εσωτερικό της, τόσο μικρότερη είναι η έκθεσή της σε διεθνείς κρίσεις ορυκτών καυσίμων.
Ουκρανία και το στοίχημα της στρατηγικής αυτονομίας
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αναδείξει μια δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή αδυναμία: την περιορισμένη στρατηγική αυτονομία.
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν διαθέσει σημαντικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους για την υποστήριξη του Κιέβου, ενώ εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν βρει καταφύγιο σε ευρωπαϊκά κράτη.
Παράλληλα, όμως, οι σημαντικότερες γεωπολιτικές αποφάσεις εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να εξαρτώνται από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το γεγονός αυτό ενισχύει τη συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα αυτόνομης δράσης σε θέματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Η στρατηγική αυτονομία δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη πολιτική έννοια. Συνδέεται άμεσα με την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας.
Η Ευρώπη ρυθμίζει την τεχνολογία, αλλά δεν την παράγει πάντα
Ανάλογη πρόκληση εμφανίζεται στον τεχνολογικό τομέα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιο πρωταγωνιστή στη ρύθμιση της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, οι εταιρείες που καθορίζουν σήμερα σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της AI προέρχονται κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Η Ευρώπη διαθέτει ισχυρά πανεπιστήμια, επιστημονικό δυναμικό και σημαντική βιομηχανική βάση, αλλά αντιμετωπίζει δυσκολίες στη μετατροπή της έρευνας σε επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας.
Για τη βιώσιμη ανάπτυξη, το ζήτημα είναι κρίσιμο.
Η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση εξελίσσονται πλέον ταυτόχρονα. Έξυπνα δίκτυα ενέργειας, προηγμένα συστήματα μεταφορών, διαχείριση υδάτων, ενεργειακή αποδοτικότητα και κλιματική πρόβλεψη εξαρτώνται όλο και περισσότερο από προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες.
Χωρίς τεχνολογική ικανότητα, η Ευρώπη κινδυνεύει να εξαρτάται και σε αυτόν τον τομέα από τρίτες χώρες.
Η κλιματική κρίση χτυπά ήδη την Ευρώπη
Στο μεταξύ, η κλιματική αλλαγή έχει πάψει να αποτελεί μελλοντικό σενάριο.
Καύσωνες, ξηρασίες και μεγάλες δασικές πυρκαγιές δοκιμάζουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, δημιουργώντας σοβαρές πιέσεις στις υποδομές, στη γεωργία, στη δημόσια υγεία και στα φυσικά οικοσυστήματα.
Η Ευρώπη έχει επενδύσει σημαντικά στην πράσινη μετάβαση και στη μείωση των εκπομπών.
Ωστόσο, η κλιματική πολιτική εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση.
Δεν αρκεί μόνο η προσπάθεια περιορισμού της υπερθέρμανσης. Απαιτούνται παράλληλα μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε προσαρμογή και κλιματική ανθεκτικότητα.
Πόλεις, δίκτυα ηλεκτρισμού, συστήματα ύδρευσης, δάση, γεωργικές καλλιέργειες και πολιτική προστασία πρέπει να προετοιμαστούν για ένα κλίμα διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών.
Το Μεταναστευτικό ως δοκιμασία κοινωνικής συνοχής
Στο δύσκολο αυτό περιβάλλον προστίθενται οι μεταναστευτικές πιέσεις.
Η διαχείρισή τους εξακολουθεί να προκαλεί έντονες διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών, καθώς οι χώρες στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης ζητούν μεγαλύτερη αλληλεγγύη, ενώ οι πολιτικές προσεγγίσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την κοινωνική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης.
Μια πραγματικά βιώσιμη κοινωνία δεν αξιολογείται μόνο από τις περιβαλλοντικές επιδόσεις της. Κρίνεται και από την ικανότητά της να διατηρεί την κοινωνική συνοχή, να διαχειρίζεται μετακινήσεις πληθυσμών και να αποτρέπει την όξυνση ανισοτήτων και κοινωνικών εντάσεων.
Η βιώσιμη ανάπτυξη γίνεται ζήτημα ασφάλειας
Οι ταυτόχρονες κρίσεις δείχνουν ότι η έννοια της βιωσιμότητας διευρύνεται.
Για την Ευρώπη, βιώσιμη ανάπτυξη δεν σημαίνει πλέον μόνο μείωση εκπομπών, ανακύκλωση ή περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σημαίνει επίσης ασφαλή ενεργειακά συστήματα, ανθεκτικές υποδομές, τεχνολογική αυτάρκεια, κοινωνική συνοχή, επαρκή άμυνα και δυνατότητα αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών.
Όλα αυτά αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας έννοιας: της ανθεκτικότητας.
Το μεγάλο ευρωπαϊκό στοίχημα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, προηγμένη τεχνογνωσία και μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγορές στον κόσμο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε πραγματική δυνατότητα κοινής δράσης.
Η σημερινή «τέλεια καταιγίδα» ίσως αποτελέσει τη μεγαλύτερη δοκιμασία των τελευταίων ετών για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής αλλαγών.
Η ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας, η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, οι επενδύσεις στην κλιματική προσαρμογή, η ανάπτυξη ευρωπαϊκών τεχνολογικών δυνατοτήτων και η δημιουργία ισχυρότερων κοινών θεσμών δεν αποτελούν πλέον ξεχωριστές πολιτικές.
Αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας στρατηγικής για μια Ευρώπη περισσότερο βιώσιμη, περισσότερο ανθεκτική και περισσότερο ικανή να διαμορφώνει η ίδια το μέλλον της.
Γιατί η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν είναι απλώς να αντέξει η Ευρώπη τις κρίσεις που έρχονται.
Είναι να αποκτήσει την ικανότητα να μην παραμένει θεατής των εξελίξεων που καθορίζουν την οικονομία, την ασφάλεια και τη βιώσιμη ανάπτυξή της.

