Αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα από τα μέσα Σεπτεμβρίου – Περίπου 113.000 στρέμματα επηρεάστηκαν από τη φωτιά – Στο επίκεντρο η προστασία των εδαφών και η αναγέννηση των δασικών οικοσυστημάτων
Η επόμενη ημέρα των καταστροφικών πυρκαγιών στη Δυτική Αττική φέρνει στο προσκήνιο μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης: την ταχεία αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και, ταυτόχρονα, τη δημιουργία πιο ανθεκτικών οικοσυστημάτων απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Σε εφαρμογή των αποφάσεων της Διυπουργικής Σύσκεψης υπό τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, παρουσιάστηκε ο σχεδιασμός των δράσεων αποκατάστασης στις πυρόπληκτες περιοχές της Δυτικής Αττικής από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, τον Γενικό Γραμματέα Δασών Στάθη Σταθόπουλο και τον Γενικό Διευθυντή Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος Ευάγγελο Γκουντούφα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η συνολική περίμετρος που επηρεάστηκε από την πυρκαγιά ανέρχεται σε περίπου 113.000 στρέμματα, από τα οποία περίπου 95.000 στρέμματα βρίσκονται εντός της Περιφέρειας Αττικής.
Προτεραιότητα στην προστασία του εδάφους
Η άμεση πρόκληση πλέον δεν περιορίζεται στην εικόνα που άφησε πίσω της η φωτιά. Η απώλεια της βλάστησης αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης του εδάφους, μεταφοράς φερτών υλικών και εκδήλωσης πλημμυρικών φαινομένων σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων.
Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιασμός προβλέπει άμεσες παρεμβάσεις αντιδιαβρωτικής και πρώτης αντιπλημμυρικής προστασίας.
Όπως ανέφερε ο Σταύρος Παπασταύρου, την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να ολοκληρωθεί η χαρτογράφηση των καμένων περιοχών, ενώ θα ακολουθήσουν η αποδοχή της δωρεάς από τον ιδιώτη ανάδοχο και η εκπόνηση της σχετικής μελέτης από τη Δασική Υπηρεσία.
Στόχος είναι τα αντιδιαβρωτικά έργα να έχουν ξεκινήσει πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου.
«Πρώτη μας προτεραιότητα είναι η προστασία των εδαφών και των γύρω περιοχών από τους κινδύνους που ακολουθούν μια μεγάλη πυρκαγιά», υπογράμμισε ο Υπουργός, σημειώνοντας ότι με βάση τις αυτοψίες και τις μελέτες θα προσδιοριστούν οι κρίσιμες περιοχές όπου απαιτούνται παρεμβάσεις.
Χρηματοδότηση για την αποκατάσταση
Σημαντικό μέρος του σχεδιασμού αφορά την κινητοποίηση πόρων για την περιβαλλοντική αποκατάσταση.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η Τράπεζα Πειραιώς αναλαμβάνει, μέσω του θεσμού του Αναδόχου Αποκατάστασης, τη χρηματοδότηση της μελέτης και των αναγκαίων έργων, συνολικού προϋπολογισμού 1,5 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, ανακοινώθηκε δωρεά ύψους 25 εκατ. ευρώ από τη HELLENiQ ENERGY για την υποστήριξη δράσεων αποκατάστασης μετά τις πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού, με ιδιαίτερη έμφαση στη Δυτική Αττική.
Από την αποκατάσταση στην πρόληψη
Η καταστροφή αναδεικνύει, όμως, ένα ευρύτερο ζήτημα: σε συνθήκες κλιματικής κρίσης η βιώσιμη διαχείριση των δασών δεν μπορεί να αρχίζει την επομένη μιας πυρκαγιάς.
Τα έργα πρόληψης, η διαχείριση της καύσιμης ύλης, η προστασία των εδαφών, η επιστημονική παρακολούθηση των οικοσυστημάτων και η ενίσχυση της φυσικής τους ανθεκτικότητας αποτελούν πλέον αναγκαία στοιχεία μιας μακροπρόθεσμης περιβαλλοντικής πολιτικής.
Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσονται και τα έργα Antinero που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή και των οποίων η συμβολή εξετάστηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης.
Ο Σταύρος Παπασταύρου έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση, επισημαίνοντας ότι στις συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι μεγάλες δασικές πυρκαγιές δεν θα επαναληφθούν.
Το ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι να μειώνεται συστηματικά ο κίνδυνος και η τρωτότητα και να ενισχύεται η ανθεκτικότητα των δασών, με γρήγορη και επιστημονικά τεκμηριωμένη αποκατάσταση των περιοχών που πλήττονται.
Η βιώσιμη ανάπτυξη δοκιμάζεται μετά τη φωτιά
Η αποκατάσταση της Δυτικής Αττικής αποτελεί πλέον κάτι περισσότερο από ένα περιβαλλοντικό έργο. Αφορά την ασφάλεια των κατοίκων, την προστασία των φυσικών πόρων, την πρόληψη πλημμυρών, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προσαρμογή ολόκληρων περιοχών στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Αυτό ακριβώς είναι και το κρίσιμο στοίχημα της βιώσιμης ανάπτυξης μετά από μια φυσική καταστροφή: όχι απλώς η επιστροφή στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη φωτιά, αλλά η δημιουργία ενός φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος περισσότερο ανθεκτικού στην επόμενη κρίση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, τέλος, η ανθρώπινη διάσταση της καταστροφής. Ο Υπουργός αναφέρθηκε στην απώλεια πέντε ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος, αποτίοντας φόρο τιμής στη μνήμη και τη θυσία τους.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, τα δάση αποτελούν «τη φυσική μας κληρονομιά και την παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές». Και ακριβώς αυτή η διαγενεακή ευθύνη βρίσκεται στον πυρήνα της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης.

